HomeServicesBlogDictionariesContactSpanish Course
← σχολιάζω — definition

Conjugation of σχολιάζω

Regular CEFR B2
sxo.liˈa.zo

διατυπώνω την άποψή μου για ένα γεγονός, πρόσωπο, κατάσταση κ.λπ. με θετικές ή αρνητικές κρίσεις Ver definición completa →

Ενεργητική φωνή

Ενεστώτας
εγώ σχολιάζω
εσύ σχολιάζεις
αυτός / αυτή / αυτό σχολιάζει
εμείς σχολιάζουμε
εσείς σχολιάζετε
αυτοί / αυτές / αυτά σχολιάζουν
Παρατατικός
εγώ σχολίαζα
εσύ σχολίαζες
αυτός / αυτή / αυτό σχολίαζε
εμείς σχολιάζαμε
εσείς σχολιάζατε
αυτοί / αυτές / αυτά σχολίαζαν
Αόριστος
εγώ σχολίασα
εσύ σχολίασες
αυτός / αυτή / αυτό σχολίασε
εμείς σχολιάσαμε
εσείς σχολιάσατε
αυτοί / αυτές / αυτά σχολίασαν
Στιγμιαίος μέλλοντας
εγώ θα σχολιάσω
Στιγμιαία υποτακτική (να-/θα- μορφή)
εγώ σχολιάσω
εσύ σχολιάσεις
αυτός / αυτή / αυτό σχολιάσει
εμείς σχολιάσουμε
εσείς σχολιάσετε
αυτοί / αυτές / αυτά σχολιάσουν
Προστακτική εξακολουθητική
εσύ σχολίαζε
εσείς σχολιάζετε
Προστακτική στιγμιαία
εσύ σχολίασε
εσείς σχολιάστε
Απαρέμφατο αορίστου
σχολιάσει

Μεσοπαθητική φωνή

Ενεστώτας
εγώ σχολιάζομαι
εσύ σχολιάζεσαι
αυτός / αυτή / αυτό σχολιάζεται
εμείς σχολιαζόμαστε
εσείς σχολιάζεστε
αυτοί / αυτές / αυτά σχολιάζονται
Παρατατικός
εγώ σχολιαζόμουν
εσύ σχολιαζόσουν
αυτός / αυτή / αυτό σχολιαζόταν
εμείς σχολιαζόμασταν
εσείς σχολιαζόσασταν
αυτοί / αυτές / αυτά σχολιάζονταν
Αόριστος
εγώ σχολιάστηκα
εσύ σχολιάστηκες
αυτός / αυτή / αυτό σχολιάστηκε
εμείς σχολιαστήκαμε
εσείς σχολιαστήκατε
αυτοί / αυτές / αυτά σχολιάστηκαν
Στιγμιαίος μέλλοντας
εγώ θα σχολιαστώ
Στιγμιαία υποτακτική (να-/θα- μορφή)
εγώ σχολιαστώ
εσύ σχολιαστείς
αυτός / αυτή / αυτό σχολιαστεί
εμείς σχολιαστούμε
εσείς σχολιαστείτε
αυτοί / αυτές / αυτά σχολιαστούν
Προστακτική εξακολουθητική
εσείς σχολιάζεστε
Προστακτική στιγμιαία
εσύ σχολιάσου
εσείς σχολιαστείτε
Απαρέμφατο αορίστου
σχολιαστεί

Practice in context

Fill in the verb in real sentences — correct answers count toward the table above.

Practice this verb →

More conjugations

Explore the Ελληνικά dictionary

Look up any Greek word for definitions, equivalents in 94 languages, and more.

Open Dictionary