Conjugation of σχολιάζω
sxo.liˈa.zoδιατυπώνω την άποψή μου για ένα γεγονός, πρόσωπο, κατάσταση κ.λπ. με θετικές ή αρνητικές κρίσεις Ver definición completa →
Ενεργητική φωνή
Ενεστώτας
| εγώ | σχολιάζω |
| εσύ | σχολιάζεις |
| αυτός / αυτή / αυτό | σχολιάζει |
| εμείς | σχολιάζουμε |
| εσείς | σχολιάζετε |
| αυτοί / αυτές / αυτά | σχολιάζουν |
Παρατατικός
| εγώ | σχολίαζα |
| εσύ | σχολίαζες |
| αυτός / αυτή / αυτό | σχολίαζε |
| εμείς | σχολιάζαμε |
| εσείς | σχολιάζατε |
| αυτοί / αυτές / αυτά | σχολίαζαν |
Αόριστος
| εγώ | σχολίασα |
| εσύ | σχολίασες |
| αυτός / αυτή / αυτό | σχολίασε |
| εμείς | σχολιάσαμε |
| εσείς | σχολιάσατε |
| αυτοί / αυτές / αυτά | σχολίασαν |
Στιγμιαίος μέλλοντας
| εγώ | θα σχολιάσω |
Στιγμιαία υποτακτική (να-/θα- μορφή)
| εγώ | σχολιάσω |
| εσύ | σχολιάσεις |
| αυτός / αυτή / αυτό | σχολιάσει |
| εμείς | σχολιάσουμε |
| εσείς | σχολιάσετε |
| αυτοί / αυτές / αυτά | σχολιάσουν |
Προστακτική εξακολουθητική
| εσύ | σχολίαζε |
| εσείς | σχολιάζετε |
Προστακτική στιγμιαία
| εσύ | σχολίασε |
| εσείς | σχολιάστε |
Απαρέμφατο αορίστου
| — | σχολιάσει |
Μεσοπαθητική φωνή
Ενεστώτας
| εγώ | σχολιάζομαι |
| εσύ | σχολιάζεσαι |
| αυτός / αυτή / αυτό | σχολιάζεται |
| εμείς | σχολιαζόμαστε |
| εσείς | σχολιάζεστε |
| αυτοί / αυτές / αυτά | σχολιάζονται |
Παρατατικός
| εγώ | σχολιαζόμουν |
| εσύ | σχολιαζόσουν |
| αυτός / αυτή / αυτό | σχολιαζόταν |
| εμείς | σχολιαζόμασταν |
| εσείς | σχολιαζόσασταν |
| αυτοί / αυτές / αυτά | σχολιάζονταν |
Αόριστος
| εγώ | σχολιάστηκα |
| εσύ | σχολιάστηκες |
| αυτός / αυτή / αυτό | σχολιάστηκε |
| εμείς | σχολιαστήκαμε |
| εσείς | σχολιαστήκατε |
| αυτοί / αυτές / αυτά | σχολιάστηκαν |
Στιγμιαίος μέλλοντας
| εγώ | θα σχολιαστώ |
Στιγμιαία υποτακτική (να-/θα- μορφή)
| εγώ | σχολιαστώ |
| εσύ | σχολιαστείς |
| αυτός / αυτή / αυτό | σχολιαστεί |
| εμείς | σχολιαστούμε |
| εσείς | σχολιαστείτε |
| αυτοί / αυτές / αυτά | σχολιαστούν |
Προστακτική εξακολουθητική
| εσείς | σχολιάζεστε |
Προστακτική στιγμιαία
| εσύ | σχολιάσου |
| εσείς | σχολιαστείτε |
Απαρέμφατο αορίστου
| — | σχολιαστεί |
Practice in context
Fill in the verb in real sentences — correct answers count toward the table above.