Conjugation of σχηματίζω
sçi.maˈti.zoδημιουργώ κάτι ολοκληρωμένο από επιμέρους στοιχεία, φτιάχνω κάτι Ver definición completa →
Ενεργητική φωνή
Ενεστώτας
| εγώ | σχηματίζω |
| εσύ | σχηματίζεις |
| αυτός / αυτή / αυτό | σχηματίζει |
| εμείς | σχηματίζουμε |
| εσείς | σχηματίζετε |
| αυτοί / αυτές / αυτά | σχηματίζουν |
Παρατατικός
| εγώ | σχημάτιζα |
| εσύ | σχημάτιζες |
| αυτός / αυτή / αυτό | σχημάτιζε |
| εμείς | σχηματίζαμε |
| εσείς | σχηματίζατε |
| αυτοί / αυτές / αυτά | σχημάτιζαν |
Αόριστος
| εγώ | σχημάτισα |
| εσύ | σχημάτισες |
| αυτός / αυτή / αυτό | σχημάτισε |
| εμείς | σχηματίσαμε |
| εσείς | σχηματίσατε |
| αυτοί / αυτές / αυτά | σχημάτισαν |
Στιγμιαίος μέλλοντας
| εγώ | θα σχηματίσω |
Στιγμιαία υποτακτική (να-/θα- μορφή)
| εγώ | σχηματίσω |
| εσύ | σχηματίσεις |
| αυτός / αυτή / αυτό | σχηματίσει |
| εμείς | σχηματίσουμε |
| εσείς | σχηματίσετε |
| αυτοί / αυτές / αυτά | σχηματίσουν |
Προστακτική εξακολουθητική
| εσύ | σχημάτιζε |
| εσείς | σχηματίζετε |
Προστακτική στιγμιαία
| εσύ | σχημάτισε |
| εσείς | σχηματίστε |
Απαρέμφατο αορίστου
| — | σχηματίσει |
Μεσοπαθητική φωνή
Ενεστώτας
| εγώ | σχηματίζομαι |
| εσύ | σχηματίζεσαι |
| αυτός / αυτή / αυτό | σχηματίζεται |
| εμείς | σχηματιζόμαστε |
| εσείς | σχηματίζεστε |
| αυτοί / αυτές / αυτά | σχηματίζονται |
Παρατατικός
| εγώ | σχηματιζόμουν |
| εσύ | σχηματιζόσουν |
| αυτός / αυτή / αυτό | σχηματιζόταν |
| εμείς | σχηματιζόμασταν |
| εσείς | σχηματιζόσασταν |
| αυτοί / αυτές / αυτά | σχηματίζονταν |
Αόριστος
| εγώ | σχηματίστηκα |
| εσύ | σχηματίστηκες |
| αυτός / αυτή / αυτό | σχηματίστηκε |
| εμείς | σχηματιστήκαμε |
| εσείς | σχηματιστήκατε |
| αυτοί / αυτές / αυτά | σχηματίστηκαν |
Στιγμιαίος μέλλοντας
| εγώ | θα σχηματιστώ |
Στιγμιαία υποτακτική (να-/θα- μορφή)
| εγώ | σχηματιστώ |
| εσύ | σχηματιστείς |
| αυτός / αυτή / αυτό | σχηματιστεί |
| εμείς | σχηματιστούμε |
| εσείς | σχηματιστείτε |
| αυτοί / αυτές / αυτά | σχηματιστούν |
Προστακτική εξακολουθητική
| εσείς | σχηματίζεστε |
Προστακτική στιγμιαία
| εσύ | σχηματίσου |
| εσείς | σχηματιστείτε |
Απαρέμφατο αορίστου
| — | σχηματιστεί |
Practice in context
Fill in the verb in real sentences — correct answers count toward the table above.