Ενεργητική φωνή
Ενεστώτας
| εγώ | σχετίζω |
| εσύ | σχετίζεις |
| αυτός / αυτή / αυτό | σχετίζει |
| εμείς | σχετίζουμε |
| εσείς | σχετίζετε |
| αυτοί / αυτές / αυτά | σχετίζουν |
Παρατατικός
| εγώ | σχέτιζα |
| εσύ | σχέτιζες |
| αυτός / αυτή / αυτό | σχέτιζε |
| εμείς | σχετίζαμε |
| εσείς | σχετίζατε |
| αυτοί / αυτές / αυτά | σχέτιζαν |
Αόριστος
| εγώ | σχέτισα |
| εσύ | σχέτισες |
| αυτός / αυτή / αυτό | σχέτισε |
| εμείς | σχετίσαμε |
| εσείς | σχετίσατε |
| αυτοί / αυτές / αυτά | σχέτισαν |
Στιγμιαίος μέλλοντας
| εγώ | θα σχετίσω |
Στιγμιαία υποτακτική (να-/θα- μορφή)
| εγώ | σχετίσω |
| εσύ | σχετίσεις |
| αυτός / αυτή / αυτό | σχετίσει |
| εμείς | σχετίσουμε |
| εσείς | σχετίσετε |
| αυτοί / αυτές / αυτά | σχετίσουν |
Προστακτική εξακολουθητική
| εσύ | σχέτιζε |
| εσείς | σχετίζετε |
Προστακτική στιγμιαία
| εσύ | σχέτισε |
| εσείς | σχετίστε |
Απαρέμφατο αορίστου
| — | σχετίσει |
Μεσοπαθητική φωνή
Ενεστώτας
| εγώ | σχετίζομαι |
| εσύ | σχετίζεσαι |
| αυτός / αυτή / αυτό | σχετίζεται |
| εμείς | σχετιζόμαστε |
| εσείς | σχετίζεστε |
| αυτοί / αυτές / αυτά | σχετίζονται |
Παρατατικός
| εγώ | σχετιζόμουν |
| εσύ | σχετιζόσουν |
| αυτός / αυτή / αυτό | σχετιζόταν |
| εμείς | σχετιζόμασταν |
| εσείς | σχετιζόσασταν |
| αυτοί / αυτές / αυτά | σχετίζονταν |
Αόριστος
| εγώ | σχετίστηκα |
| εσύ | σχετίστηκες |
| αυτός / αυτή / αυτό | σχετίστηκε |
| εμείς | σχετιστήκαμε |
| εσείς | σχετιστήκατε |
| αυτοί / αυτές / αυτά | σχετίστηκαν |
Στιγμιαίος μέλλοντας
| εγώ | θα σχετιστώ |
Στιγμιαία υποτακτική (να-/θα- μορφή)
| εγώ | σχετιστώ |
| εσύ | σχετιστείς |
| αυτός / αυτή / αυτό | σχετιστεί |
| εμείς | σχετιστούμε |
| εσείς | σχετιστείτε |
| αυτοί / αυτές / αυτά | σχετιστούν |
Προστακτική εξακολουθητική
| εσείς | σχετίζεστε |
Προστακτική στιγμιαία
| εσύ | σχετίσου |
| εσείς | σχετιστείτε |
Απαρέμφατο αορίστου
| — | σχετιστεί |