HomeServicesBlogDictionariesContactSpanish Course
← σχεδιάζω — definition

Conjugation of σχεδιάζω

Regular CEFR C1
sçe.ðiˈa.zo

προγραμματίζω την πραγματοποίηση μιας ιδέας Ver definición completa →

Ενεργητική φωνή

Ενεστώτας
εγώ σχεδιάζω
εσύ σχεδιάζεις
αυτός / αυτή / αυτό σχεδιάζει
εμείς σχεδιάζουμε
εσείς σχεδιάζετε
αυτοί / αυτές / αυτά σχεδιάζουν
Παρατατικός
εγώ σχεδίαζα
εσύ σχεδίαζες
αυτός / αυτή / αυτό σχεδίαζε
εμείς σχεδιάζαμε
εσείς σχεδιάζατε
αυτοί / αυτές / αυτά σχεδίαζαν
Αόριστος
εγώ σχεδίασα
εσύ σχεδίασες
αυτός / αυτή / αυτό σχεδίασε
εμείς σχεδιάσαμε
εσείς σχεδιάσατε
αυτοί / αυτές / αυτά σχεδίασαν
Στιγμιαίος μέλλοντας
εγώ θα σχεδιάσω
Στιγμιαία υποτακτική (να-/θα- μορφή)
εγώ σχεδιάσω
εσύ σχεδιάσεις
αυτός / αυτή / αυτό σχεδιάσει
εμείς σχεδιάσουμε
εσείς σχεδιάσετε
αυτοί / αυτές / αυτά σχεδιάσουν
Προστακτική εξακολουθητική
εσύ σχεδίαζε
εσείς σχεδιάζετε
Προστακτική στιγμιαία
εσύ σχεδίασε
εσείς σχεδιάστε
Απαρέμφατο αορίστου
σχεδιάσει

Μεσοπαθητική φωνή

Ενεστώτας
εγώ σχεδιάζομαι
εσύ σχεδιάζεσαι
αυτός / αυτή / αυτό σχεδιάζεται
εμείς σχεδιαζόμαστε
εσείς σχεδιάζεστε
αυτοί / αυτές / αυτά σχεδιάζονται
Παρατατικός
εγώ σχεδιαζόμουν
εσύ σχεδιαζόσουν
αυτός / αυτή / αυτό σχεδιαζόταν
εμείς σχεδιαζόμασταν
εσείς σχεδιαζόσασταν
αυτοί / αυτές / αυτά σχεδιάζονταν
Αόριστος
εγώ σχεδιάστηκα
εσύ σχεδιάστηκες
αυτός / αυτή / αυτό σχεδιάστηκε
εμείς σχεδιαστήκαμε
εσείς σχεδιαστήκατε
αυτοί / αυτές / αυτά σχεδιάστηκαν
Στιγμιαίος μέλλοντας
εγώ θα σχεδιαστώ
Στιγμιαία υποτακτική (να-/θα- μορφή)
εγώ σχεδιαστώ
εσύ σχεδιαστείς
αυτός / αυτή / αυτό σχεδιαστεί
εμείς σχεδιαστούμε
εσείς σχεδιαστείτε
αυτοί / αυτές / αυτά σχεδιαστούν
Προστακτική εξακολουθητική
εσείς σχεδιάζεστε
Προστακτική στιγμιαία
εσύ σχεδιάσου
εσείς σχεδιαστείτε
Απαρέμφατο αορίστου
σχεδιαστεί

Practice in context

Fill in the verb in real sentences — correct answers count toward the table above.

Practice this verb →

More conjugations

Explore the Ελληνικά dictionary

Look up any Greek word for definitions, equivalents in 94 languages, and more.

Open Dictionary