Conjugation of σχεδιάζω
sçe.ðiˈa.zoπρογραμματίζω την πραγματοποίηση μιας ιδέας Ver definición completa →
Ενεργητική φωνή
Ενεστώτας
| εγώ | σχεδιάζω |
| εσύ | σχεδιάζεις |
| αυτός / αυτή / αυτό | σχεδιάζει |
| εμείς | σχεδιάζουμε |
| εσείς | σχεδιάζετε |
| αυτοί / αυτές / αυτά | σχεδιάζουν |
Παρατατικός
| εγώ | σχεδίαζα |
| εσύ | σχεδίαζες |
| αυτός / αυτή / αυτό | σχεδίαζε |
| εμείς | σχεδιάζαμε |
| εσείς | σχεδιάζατε |
| αυτοί / αυτές / αυτά | σχεδίαζαν |
Αόριστος
| εγώ | σχεδίασα |
| εσύ | σχεδίασες |
| αυτός / αυτή / αυτό | σχεδίασε |
| εμείς | σχεδιάσαμε |
| εσείς | σχεδιάσατε |
| αυτοί / αυτές / αυτά | σχεδίασαν |
Στιγμιαίος μέλλοντας
| εγώ | θα σχεδιάσω |
Στιγμιαία υποτακτική (να-/θα- μορφή)
| εγώ | σχεδιάσω |
| εσύ | σχεδιάσεις |
| αυτός / αυτή / αυτό | σχεδιάσει |
| εμείς | σχεδιάσουμε |
| εσείς | σχεδιάσετε |
| αυτοί / αυτές / αυτά | σχεδιάσουν |
Προστακτική εξακολουθητική
| εσύ | σχεδίαζε |
| εσείς | σχεδιάζετε |
Προστακτική στιγμιαία
| εσύ | σχεδίασε |
| εσείς | σχεδιάστε |
Απαρέμφατο αορίστου
| — | σχεδιάσει |
Μεσοπαθητική φωνή
Ενεστώτας
| εγώ | σχεδιάζομαι |
| εσύ | σχεδιάζεσαι |
| αυτός / αυτή / αυτό | σχεδιάζεται |
| εμείς | σχεδιαζόμαστε |
| εσείς | σχεδιάζεστε |
| αυτοί / αυτές / αυτά | σχεδιάζονται |
Παρατατικός
| εγώ | σχεδιαζόμουν |
| εσύ | σχεδιαζόσουν |
| αυτός / αυτή / αυτό | σχεδιαζόταν |
| εμείς | σχεδιαζόμασταν |
| εσείς | σχεδιαζόσασταν |
| αυτοί / αυτές / αυτά | σχεδιάζονταν |
Αόριστος
| εγώ | σχεδιάστηκα |
| εσύ | σχεδιάστηκες |
| αυτός / αυτή / αυτό | σχεδιάστηκε |
| εμείς | σχεδιαστήκαμε |
| εσείς | σχεδιαστήκατε |
| αυτοί / αυτές / αυτά | σχεδιάστηκαν |
Στιγμιαίος μέλλοντας
| εγώ | θα σχεδιαστώ |
Στιγμιαία υποτακτική (να-/θα- μορφή)
| εγώ | σχεδιαστώ |
| εσύ | σχεδιαστείς |
| αυτός / αυτή / αυτό | σχεδιαστεί |
| εμείς | σχεδιαστούμε |
| εσείς | σχεδιαστείτε |
| αυτοί / αυτές / αυτά | σχεδιαστούν |
Προστακτική εξακολουθητική
| εσείς | σχεδιάζεστε |
Προστακτική στιγμιαία
| εσύ | σχεδιάσου |
| εσείς | σχεδιαστείτε |
Απαρέμφατο αορίστου
| — | σχεδιαστεί |
Practice in context
Fill in the verb in real sentences — correct answers count toward the table above.