HomeServicesBlogDictionariesContactSpanish Course
← σχίζω — definition

Conjugation of σχίζω

Regular CEFR B1
ˈsçi.zo

προκαλώ τη λύση της συνέχειας μιας επιφάνειας (π.χ υφάσματος ή δέρματος), δημιουργώ ένα άνοιγμα ή τραυματίζω Ver definición completa →

Ενεργητική φωνή

Ενεστώτας
εγώ σχίζω
εσύ σχίζεις
αυτός / αυτή / αυτό σχίζει
εμείς σχίζουμε
εσείς σχίζετε
αυτοί / αυτές / αυτά σχίζουν
Παρατατικός
εγώ έσχιζα
εσύ έσχιζες
αυτός / αυτή / αυτό έσχιζε
εμείς σχίζαμε
εσείς σχίζατε
αυτοί / αυτές / αυτά έσχιζαν
Αόριστος
εγώ έσχισα
εσύ έσχισες
αυτός / αυτή / αυτό έσχισε
εμείς σχίσαμε
εσείς σχίσατε
αυτοί / αυτές / αυτά έσχισαν
Στιγμιαίος μέλλοντας
εγώ θα σχίσω
Στιγμιαία υποτακτική (να-/θα- μορφή)
εγώ σχίσω
εσύ σχίσεις
αυτός / αυτή / αυτό σχίσει
εμείς σχίσουμε
εσείς σχίσετε
αυτοί / αυτές / αυτά σχίσουν
Προστακτική εξακολουθητική
εσύ σχίζε
εσείς σχίζετε
Προστακτική στιγμιαία
εσύ σχίσε
εσείς σχίστε
Απαρέμφατο αορίστου
σχίσει

Μεσοπαθητική φωνή

Ενεστώτας
εγώ σχίζομαι
εσύ σχίζεσαι
αυτός / αυτή / αυτό σχίζεται
εμείς σχιζόμαστε
εσείς σχίζεστε
αυτοί / αυτές / αυτά σχίζονται
Παρατατικός
εγώ σχιζόμουν
εσύ σχιζόσουν
αυτός / αυτή / αυτό σχιζόταν
εμείς σχιζόμασταν
εσείς σχιζόσασταν
αυτοί / αυτές / αυτά σχίζονταν
Αόριστος
εγώ σχίστηκα
εσύ σχίστηκες
αυτός / αυτή / αυτό σχίστηκε
εμείς σχιστήκαμε
εσείς σχιστήκατε
αυτοί / αυτές / αυτά σχίστηκαν
Στιγμιαίος μέλλοντας
εγώ θα σχιστώ
Στιγμιαία υποτακτική (να-/θα- μορφή)
εγώ σχιστώ
εσύ σχιστείς
αυτός / αυτή / αυτό σχιστεί
εμείς σχιστούμε
εσείς σχιστείτε
αυτοί / αυτές / αυτά σχιστούν
Προστακτική εξακολουθητική
εσείς σχίζεστε
Προστακτική στιγμιαία
εσύ σχίσου
εσείς σχιστείτε
Απαρέμφατο αορίστου
σχιστεί

Practice this verb →

More conjugations

Explore the Ελληνικά dictionary

Look up any Greek word for definitions, equivalents in 94 languages, and more.

Open Dictionary