Conjugation of σχίζω
ˈsçi.zoπροκαλώ τη λύση της συνέχειας μιας επιφάνειας (π.χ υφάσματος ή δέρματος), δημιουργώ ένα άνοιγμα ή τραυματίζω Ver definición completa →
Ενεργητική φωνή
Ενεστώτας
| εγώ | σχίζω |
| εσύ | σχίζεις |
| αυτός / αυτή / αυτό | σχίζει |
| εμείς | σχίζουμε |
| εσείς | σχίζετε |
| αυτοί / αυτές / αυτά | σχίζουν |
Παρατατικός
| εγώ | έσχιζα |
| εσύ | έσχιζες |
| αυτός / αυτή / αυτό | έσχιζε |
| εμείς | σχίζαμε |
| εσείς | σχίζατε |
| αυτοί / αυτές / αυτά | έσχιζαν |
Αόριστος
| εγώ | έσχισα |
| εσύ | έσχισες |
| αυτός / αυτή / αυτό | έσχισε |
| εμείς | σχίσαμε |
| εσείς | σχίσατε |
| αυτοί / αυτές / αυτά | έσχισαν |
Στιγμιαίος μέλλοντας
| εγώ | θα σχίσω |
Στιγμιαία υποτακτική (να-/θα- μορφή)
| εγώ | σχίσω |
| εσύ | σχίσεις |
| αυτός / αυτή / αυτό | σχίσει |
| εμείς | σχίσουμε |
| εσείς | σχίσετε |
| αυτοί / αυτές / αυτά | σχίσουν |
Προστακτική εξακολουθητική
| εσύ | σχίζε |
| εσείς | σχίζετε |
Προστακτική στιγμιαία
| εσύ | σχίσε |
| εσείς | σχίστε |
Απαρέμφατο αορίστου
| — | σχίσει |
Μεσοπαθητική φωνή
Ενεστώτας
| εγώ | σχίζομαι |
| εσύ | σχίζεσαι |
| αυτός / αυτή / αυτό | σχίζεται |
| εμείς | σχιζόμαστε |
| εσείς | σχίζεστε |
| αυτοί / αυτές / αυτά | σχίζονται |
Παρατατικός
| εγώ | σχιζόμουν |
| εσύ | σχιζόσουν |
| αυτός / αυτή / αυτό | σχιζόταν |
| εμείς | σχιζόμασταν |
| εσείς | σχιζόσασταν |
| αυτοί / αυτές / αυτά | σχίζονταν |
Αόριστος
| εγώ | σχίστηκα |
| εσύ | σχίστηκες |
| αυτός / αυτή / αυτό | σχίστηκε |
| εμείς | σχιστήκαμε |
| εσείς | σχιστήκατε |
| αυτοί / αυτές / αυτά | σχίστηκαν |
Στιγμιαίος μέλλοντας
| εγώ | θα σχιστώ |
Στιγμιαία υποτακτική (να-/θα- μορφή)
| εγώ | σχιστώ |
| εσύ | σχιστείς |
| αυτός / αυτή / αυτό | σχιστεί |
| εμείς | σχιστούμε |
| εσείς | σχιστείτε |
| αυτοί / αυτές / αυτά | σχιστούν |
Προστακτική εξακολουθητική
| εσείς | σχίζεστε |
Προστακτική στιγμιαία
| εσύ | σχίσου |
| εσείς | σχιστείτε |
Απαρέμφατο αορίστου
| — | σχιστεί |