HomeServicesBlogDictionariesContactSpanish Course
← σφαδάζω — definition

Conjugation of σφαδάζω

Regular CEFR B1
sfaˈða.zo

σπαρταρώ, τραντάζομαι από μεγάλο πόνο Ver definición completa →

Ενεργητική φωνή

Ενεστώτας
εγώ σφαδάζω
εσύ σφαδάζεις
αυτός / αυτή / αυτό σφαδάζει
εμείς σφαδάζουμε
εσείς σφαδάζετε
αυτοί / αυτές / αυτά σφαδάζουν
Παρατατικός
εγώ σφάδαζα
εσύ σφάδαζες
αυτός / αυτή / αυτό σφάδαζε
εμείς σφαδάζαμε
εσείς σφαδάζατε
αυτοί / αυτές / αυτά σφάδαζαν
Αόριστος
εγώ σφάδασα
εσύ σφάδασες
αυτός / αυτή / αυτό σφάδασε
εμείς σφαδάσαμε
εσείς σφαδάσατε
αυτοί / αυτές / αυτά σφάδασαν
Στιγμιαίος μέλλοντας
εγώ θα σφαδάσω
Στιγμιαία υποτακτική (να-/θα- μορφή)
εγώ σφαδάσω
εσύ σφαδάσεις
αυτός / αυτή / αυτό σφαδάσει
εμείς σφαδάσουμε
εσείς σφαδάσετε
αυτοί / αυτές / αυτά σφαδάσουν
Προστακτική εξακολουθητική
εσύ σφάδαζε
εσείς σφαδάζετε
Προστακτική στιγμιαία
εσύ σφάδασε
εσείς σφαδάστε
Απαρέμφατο αορίστου
σφαδάσει

Practice this verb →

More conjugations

Explore the Ελληνικά dictionary

Look up any Greek word for definitions, equivalents in 94 languages, and more.

Open Dictionary