HomeServicesBlogDictionariesContactSpanish Course
← συσχετίζω — definition

Conjugation of συσχετίζω

Regular CEFR B2
si.sçeˈti.zo

υποθέτω ή δείχνω ή φανερώνω την ύπαρξη μιας σχέσης μεταξύ δύο στοιχείων Ver definición completa →

Ενεργητική φωνή

Ενεστώτας
εγώ συσχετίζω
εσύ συσχετίζεις
αυτός / αυτή / αυτό συσχετίζει
εμείς συσχετίζουμε
εσείς συσχετίζετε
αυτοί / αυτές / αυτά συσχετίζουν
Παρατατικός
εγώ συσχέτιζα
εσύ συσχέτιζες
αυτός / αυτή / αυτό συσχέτιζε
εμείς συσχετίζαμε
εσείς συσχετίζατε
αυτοί / αυτές / αυτά συσχέτιζαν
Αόριστος
εγώ συσχέτισα
εσύ συσχέτισες
αυτός / αυτή / αυτό συσχέτισε
εμείς συσχετίσαμε
εσείς συσχετίσατε
αυτοί / αυτές / αυτά συσχέτισαν
Στιγμιαίος μέλλοντας
εγώ θα συσχετίσω
Στιγμιαία υποτακτική (να-/θα- μορφή)
εγώ συσχετίσω
εσύ συσχετίσεις
αυτός / αυτή / αυτό συσχετίσει
εμείς συσχετίσουμε
εσείς συσχετίσετε
αυτοί / αυτές / αυτά συσχετίσουν
Προστακτική εξακολουθητική
εσύ συσχέτιζε
εσείς συσχετίζετε
Προστακτική στιγμιαία
εσύ συσχέτισε
εσείς συσχετίστε
Απαρέμφατο αορίστου
συσχετίσει

Μεσοπαθητική φωνή

Ενεστώτας
εγώ συσχετίζομαι
εσύ συσχετίζεσαι
αυτός / αυτή / αυτό συσχετίζεται
εμείς συσχετιζόμαστε
εσείς συσχετίζεστε
αυτοί / αυτές / αυτά συσχετίζονται
Παρατατικός
εγώ συσχετιζόμουν
εσύ συσχετιζόσουν
αυτός / αυτή / αυτό συσχετιζόταν
εμείς συσχετιζόμασταν
εσείς συσχετιζόσασταν
αυτοί / αυτές / αυτά συσχετίζονταν
Αόριστος
εγώ συσχετίστηκα
εσύ συσχετίστηκες
αυτός / αυτή / αυτό συσχετίστηκε
εμείς συσχετιστήκαμε
εσείς συσχετιστήκατε
αυτοί / αυτές / αυτά συσχετίστηκαν
Στιγμιαίος μέλλοντας
εγώ θα συσχετιστώ
Στιγμιαία υποτακτική (να-/θα- μορφή)
εγώ συσχετιστώ
εσύ συσχετιστείς
αυτός / αυτή / αυτό συσχετιστεί
εμείς συσχετιστούμε
εσείς συσχετιστείτε
αυτοί / αυτές / αυτά συσχετιστούν
Προστακτική εξακολουθητική
εσείς συσχετίζεστε
Προστακτική στιγμιαία
εσύ συσχετίσου
εσείς συσχετιστείτε
Απαρέμφατο αορίστου
συσχετιστεί

Practice this verb →

More conjugations

Explore the Ελληνικά dictionary

Look up any Greek word for definitions, equivalents in 94 languages, and more.

Open Dictionary