Conjugation of συσχετίζω
si.sçeˈti.zoυποθέτω ή δείχνω ή φανερώνω την ύπαρξη μιας σχέσης μεταξύ δύο στοιχείων Ver definición completa →
Ενεργητική φωνή
Ενεστώτας
| εγώ | συσχετίζω |
| εσύ | συσχετίζεις |
| αυτός / αυτή / αυτό | συσχετίζει |
| εμείς | συσχετίζουμε |
| εσείς | συσχετίζετε |
| αυτοί / αυτές / αυτά | συσχετίζουν |
Παρατατικός
| εγώ | συσχέτιζα |
| εσύ | συσχέτιζες |
| αυτός / αυτή / αυτό | συσχέτιζε |
| εμείς | συσχετίζαμε |
| εσείς | συσχετίζατε |
| αυτοί / αυτές / αυτά | συσχέτιζαν |
Αόριστος
| εγώ | συσχέτισα |
| εσύ | συσχέτισες |
| αυτός / αυτή / αυτό | συσχέτισε |
| εμείς | συσχετίσαμε |
| εσείς | συσχετίσατε |
| αυτοί / αυτές / αυτά | συσχέτισαν |
Στιγμιαίος μέλλοντας
| εγώ | θα συσχετίσω |
Στιγμιαία υποτακτική (να-/θα- μορφή)
| εγώ | συσχετίσω |
| εσύ | συσχετίσεις |
| αυτός / αυτή / αυτό | συσχετίσει |
| εμείς | συσχετίσουμε |
| εσείς | συσχετίσετε |
| αυτοί / αυτές / αυτά | συσχετίσουν |
Προστακτική εξακολουθητική
| εσύ | συσχέτιζε |
| εσείς | συσχετίζετε |
Προστακτική στιγμιαία
| εσύ | συσχέτισε |
| εσείς | συσχετίστε |
Απαρέμφατο αορίστου
| — | συσχετίσει |
Μεσοπαθητική φωνή
Ενεστώτας
| εγώ | συσχετίζομαι |
| εσύ | συσχετίζεσαι |
| αυτός / αυτή / αυτό | συσχετίζεται |
| εμείς | συσχετιζόμαστε |
| εσείς | συσχετίζεστε |
| αυτοί / αυτές / αυτά | συσχετίζονται |
Παρατατικός
| εγώ | συσχετιζόμουν |
| εσύ | συσχετιζόσουν |
| αυτός / αυτή / αυτό | συσχετιζόταν |
| εμείς | συσχετιζόμασταν |
| εσείς | συσχετιζόσασταν |
| αυτοί / αυτές / αυτά | συσχετίζονταν |
Αόριστος
| εγώ | συσχετίστηκα |
| εσύ | συσχετίστηκες |
| αυτός / αυτή / αυτό | συσχετίστηκε |
| εμείς | συσχετιστήκαμε |
| εσείς | συσχετιστήκατε |
| αυτοί / αυτές / αυτά | συσχετίστηκαν |
Στιγμιαίος μέλλοντας
| εγώ | θα συσχετιστώ |
Στιγμιαία υποτακτική (να-/θα- μορφή)
| εγώ | συσχετιστώ |
| εσύ | συσχετιστείς |
| αυτός / αυτή / αυτό | συσχετιστεί |
| εμείς | συσχετιστούμε |
| εσείς | συσχετιστείτε |
| αυτοί / αυτές / αυτά | συσχετιστούν |
Προστακτική εξακολουθητική
| εσείς | συσχετίζεστε |
Προστακτική στιγμιαία
| εσύ | συσχετίσου |
| εσείς | συσχετιστείτε |
Απαρέμφατο αορίστου
| — | συσχετιστεί |