Conjugation of συστήνω
siˈsti.noπαρουσιάζω κάποιον σε κάποιον άλλον για πρώτη φορά, κάνω τις συστάσεις, γνωρίζω Ver definición completa →
Ενεργητική φωνή
Ενεστώτας
| εγώ | συστήνω (συσταίνω →) |
| εσύ | συστήνεις |
| αυτός / αυτή / αυτό | συστήνει |
| εμείς | συστήνουμε |
| εσείς | συστήνετε |
| αυτοί / αυτές / αυτά | συστήνουν |
Παρατατικός
| εγώ | σύστηνα |
| εσύ | σύστηνες |
| αυτός / αυτή / αυτό | σύστηνε |
| εμείς | συστήναμε |
| εσείς | συστήνατε |
| αυτοί / αυτές / αυτά | σύστηναν |
Αόριστος
| εγώ | σύστησα |
| εσύ | σύστησες |
| αυτός / αυτή / αυτό | σύστησε |
| εμείς | συστήσαμε |
| εσείς | συστήσατε |
| αυτοί / αυτές / αυτά | σύστησαν |
Στιγμιαίος μέλλοντας
| εγώ | θα συστήσω |
Στιγμιαία υποτακτική (να-/θα- μορφή)
| εγώ | συστήσω |
| εσύ | συστήσεις |
| αυτός / αυτή / αυτό | συστήσει |
| εμείς | συστήσουμε |
| εσείς | συστήσετε |
| αυτοί / αυτές / αυτά | συστήσουν |
Προστακτική εξακολουθητική
| εσύ | σύστηνε |
| εσείς | συστήνετε |
Προστακτική στιγμιαία
| εσύ | σύστησε |
| εσείς | συστήστε |
Απαρέμφατο αορίστου
| — | συστήσει |
Μεσοπαθητική φωνή
Ενεστώτας
| εγώ | συστήνομαι |
| εσύ | συστήνεσαι |
| αυτός / αυτή / αυτό | συστήνεται |
| εμείς | συστηνόμαστε |
| εσείς | συστήνεστε |
| αυτοί / αυτές / αυτά | συστήνονται |
Παρατατικός
| εγώ | συστηνόμουν |
| εσύ | συστηνόσουν |
| αυτός / αυτή / αυτό | συστηνόταν |
| εμείς | συστηνόμασταν |
| εσείς | συστηνόσασταν |
| αυτοί / αυτές / αυτά | συστήνονταν |
Αόριστος
| εγώ | συστήθηκα |
| εσύ | συστήθηκες |
| αυτός / αυτή / αυτό | συστήθηκε |
| εμείς | συστηθήκαμε |
| εσείς | συστηθήκατε |
| αυτοί / αυτές / αυτά | συστήθηκαν |
Στιγμιαίος μέλλοντας
| εγώ | θα συστηθώ |
Στιγμιαία υποτακτική (να-/θα- μορφή)
| εγώ | συστηθώ |
| εσύ | συστηθείς |
| αυτός / αυτή / αυτό | συστηθεί |
| εμείς | συστηθούμε |
| εσείς | συστηθείτε |
| αυτοί / αυτές / αυτά | συστηθούν |
Προστακτική εξακολουθητική
| εσείς | συστήνεστε |
Προστακτική στιγμιαία
| εσύ | συστήσου |
| εσείς | συστηθείτε |
Απαρέμφατο αορίστου
| — | συστηθεί |