Conjugation of συσσωρεύω
si.soˈɾe.voσυγκεντρώνω σε ένα σημείο, σε υπερβολική ποσότητα, συνήθως ομοειδή αντικείμενα Ver definición completa →
Ενεργητική φωνή
Ενεστώτας
| εγώ | συσσωρεύω |
| εσύ | συσσωρεύεις |
| αυτός / αυτή / αυτό | συσσωρεύει |
| εμείς | συσσωρεύουμε |
| εσείς | συσσωρεύετε |
| αυτοί / αυτές / αυτά | συσσωρεύουν |
Παρατατικός
| εγώ | συσσώρευα |
| εσύ | συσσώρευες |
| αυτός / αυτή / αυτό | συσσώρευε |
| εμείς | συσσωρεύαμε |
| εσείς | συσσωρεύατε |
| αυτοί / αυτές / αυτά | συσσώρευαν |
Αόριστος
| εγώ | συσσώρευσα |
| εσύ | συσσώρευσες |
| αυτός / αυτή / αυτό | συσσώρευσε |
| εμείς | συσσωρεύσαμε |
| εσείς | συσσωρεύσατε |
| αυτοί / αυτές / αυτά | συσσώρευσαν |
Στιγμιαίος μέλλοντας
| εγώ | θα συσσωρεύσω |
Στιγμιαία υποτακτική (να-/θα- μορφή)
| εγώ | συσσωρεύσω |
| εσύ | συσσωρεύσεις |
| αυτός / αυτή / αυτό | συσσωρεύσει |
| εμείς | συσσωρεύσουμε |
| εσείς | συσσωρεύσετε |
| αυτοί / αυτές / αυτά | συσσωρεύσουν |
Προστακτική εξακολουθητική
| εσύ | συσσώρευε |
| εσείς | συσσωρεύετε |
Προστακτική στιγμιαία
| εσύ | συσσώρευσε |
| εσείς | συσσωρεύστε |
Απαρέμφατο αορίστου
| — | συσσωρεύσει |
Μεσοπαθητική φωνή
Ενεστώτας
| εγώ | συσσωρεύομαι |
| εσύ | συσσωρεύεσαι |
| αυτός / αυτή / αυτό | συσσωρεύεται |
| εμείς | συσσωρευόμαστε |
| εσείς | συσσωρεύεστε |
| αυτοί / αυτές / αυτά | συσσωρεύονται |
Παρατατικός
| εγώ | συσσωρευόμουν |
| εσύ | συσσωρευόσουν |
| αυτός / αυτή / αυτό | συσσωρευόταν |
| εμείς | συσσωρευόμασταν |
| εσείς | συσσωρευόσασταν |
| αυτοί / αυτές / αυτά | συσσωρεύονταν |
Αόριστος
| εγώ | συσσωρεύτηκα |
| εσύ | συσσωρεύτηκες |
| αυτός / αυτή / αυτό | συσσωρεύτηκε |
| εμείς | συσσωρευτήκαμε |
| εσείς | συσσωρευτήκατε |
| αυτοί / αυτές / αυτά | συσσωρεύτηκαν |
Στιγμιαίος μέλλοντας
| εγώ | θα συσσωρευτώ |
Στιγμιαία υποτακτική (να-/θα- μορφή)
| εγώ | συσσωρευτώ |
| εσύ | συσσωρευτείς |
| αυτός / αυτή / αυτό | συσσωρευτεί |
| εμείς | συσσωρευτούμε |
| εσείς | συσσωρευτείτε |
| αυτοί / αυτές / αυτά | συσσωρευτούν |
Προστακτική εξακολουθητική
| εσείς | συσσωρεύεστε |
Προστακτική στιγμιαία
| εσύ | συσσωρεύσου |
| εσείς | συσσωρευτείτε |
Απαρέμφατο αορίστου
| — | συσσωρευτεί |