HomeServicesBlogDictionariesContactSpanish Course
← συρρέω — definition

Conjugation of συρρέω

Regular CEFR B1
siˈre.o

ρέω ή κινούμαι από διάφορες κατευθύνσεις και συγκεντρώνομαι σε ένα μέρος Ver definición completa →

Ενεργητική φωνή

Ενεστώτας
εγώ συρρέω
εσύ συρρέεις
αυτός / αυτή / αυτό συρρέει
εμείς συρρέουμε
εσείς συρρέετε
αυτοί / αυτές / αυτά συρρέουν
Παρατατικός
εγώ συνέρρεα
εσύ συνέρρεες
αυτός / αυτή / αυτό συνέρρεε
εμείς συρρέαμε
εσείς συρρέατε
αυτοί / αυτές / αυτά συνέρρεαν
Αόριστος
εγώ συνέρρευσα
εσύ συνέρρευσες
αυτός / αυτή / αυτό συνέρρευσε
εμείς συρρεύσαμε
εσείς συρρεύσατε
αυτοί / αυτές / αυτά συνέρρευσαν
Στιγμιαίος μέλλοντας
εγώ θα συρρεύσω
Στιγμιαία υποτακτική (να-/θα- μορφή)
εγώ συρρεύσω
εσύ συρρεύσεις
αυτός / αυτή / αυτό συρρεύσει
εμείς συρρεύσουμε
εσείς συρρεύσετε
αυτοί / αυτές / αυτά συρρεύσουν
Προστακτική εξακολουθητική
εσείς συρρέετε
Προστακτική στιγμιαία
εσύ σύρρευσε
εσείς συρρεύστε
Απαρέμφατο αορίστου
συρρεύσει

Practice this verb →

More conjugations

Explore the Ελληνικά dictionary

Look up any Greek word for definitions, equivalents in 94 languages, and more.

Open Dictionary