Conjugation of συρρέω
siˈre.oρέω ή κινούμαι από διάφορες κατευθύνσεις και συγκεντρώνομαι σε ένα μέρος Ver definición completa →
Ενεργητική φωνή
Ενεστώτας
| εγώ | συρρέω |
| εσύ | συρρέεις |
| αυτός / αυτή / αυτό | συρρέει |
| εμείς | συρρέουμε |
| εσείς | συρρέετε |
| αυτοί / αυτές / αυτά | συρρέουν |
Παρατατικός
| εγώ | συνέρρεα |
| εσύ | συνέρρεες |
| αυτός / αυτή / αυτό | συνέρρεε |
| εμείς | συρρέαμε |
| εσείς | συρρέατε |
| αυτοί / αυτές / αυτά | συνέρρεαν |
Αόριστος
| εγώ | συνέρρευσα |
| εσύ | συνέρρευσες |
| αυτός / αυτή / αυτό | συνέρρευσε |
| εμείς | συρρεύσαμε |
| εσείς | συρρεύσατε |
| αυτοί / αυτές / αυτά | συνέρρευσαν |
Στιγμιαίος μέλλοντας
| εγώ | θα συρρεύσω |
Στιγμιαία υποτακτική (να-/θα- μορφή)
| εγώ | συρρεύσω |
| εσύ | συρρεύσεις |
| αυτός / αυτή / αυτό | συρρεύσει |
| εμείς | συρρεύσουμε |
| εσείς | συρρεύσετε |
| αυτοί / αυτές / αυτά | συρρεύσουν |
Προστακτική εξακολουθητική
| εσείς | συρρέετε |
Προστακτική στιγμιαία
| εσύ | σύρρευσε |
| εσείς | συρρεύστε |
Απαρέμφατο αορίστου
| — | συρρεύσει |