Conjugation of συρράπτω
siˈɾa.ptoράβω και συνδέω μεταξύ τους διαφορετικά κομμάτια είτε από αντικείμενα (όπως υφάσματα), είτε από τμήματα κειμένων Ver definición completa →
Ενεργητική φωνή
Ενεστώτας
| εγώ | συρράπτω |
| εσύ | συρράπτεις |
| αυτός / αυτή / αυτό | συρράπτει |
| εμείς | συρράπτουμε |
| εσείς | συρράπτετε |
| αυτοί / αυτές / αυτά | συρράπτουν |
Παρατατικός
| εγώ | συνέρραπτα |
| εσύ | συνέρραπτες |
| αυτός / αυτή / αυτό | συνέρραπτε |
| εμείς | συρράπταμε |
| εσείς | συρράπτατε |
| αυτοί / αυτές / αυτά | συνέρραπταν |
Αόριστος
| εγώ | συνέρραψα |
| εσύ | συνέρραψες |
| αυτός / αυτή / αυτό | συνέρραψε |
| εμείς | συρράψαμε |
| εσείς | συρράψατε |
| αυτοί / αυτές / αυτά | συνέρραψαν |
Στιγμιαίος μέλλοντας
| εγώ | θα συρράψω |
Στιγμιαία υποτακτική (να-/θα- μορφή)
| εγώ | συρράψω |
| εσύ | συρράψεις |
| αυτός / αυτή / αυτό | συρράψει |
| εμείς | συρράψουμε |
| εσείς | συρράψετε |
| αυτοί / αυτές / αυτά | συρράψουν |
Προστακτική εξακολουθητική
| εσύ | σύρραπτε |
| εσείς | συρράπτετε |
Προστακτική στιγμιαία
| εσύ | σύρραψε |
| εσείς | συρράψτε |
Απαρέμφατο αορίστου
| — | συρράψει |
Μεσοπαθητική φωνή
Ενεστώτας
| εγώ | συρράπτομαι |
| εσύ | συρράπτεσαι |
| αυτός / αυτή / αυτό | συρράπτεται |
| εμείς | συρραπτόμαστε |
| εσείς | συρράπτεστε |
| αυτοί / αυτές / αυτά | συρράπτονται |
Παρατατικός
| εγώ | συρραπτόμουν |
| εσύ | συρραπτόσουν |
| αυτός / αυτή / αυτό | συρραπτόταν |
| εμείς | συρραπτόμασταν |
| εσείς | συρραπτόσασταν |
| αυτοί / αυτές / αυτά | συρράπτονταν |
Αόριστος
| εγώ | συρράφηκα |
| εσύ | συρράφηκες |
| αυτός / αυτή / αυτό | συρράφηκε |
| εμείς | συρραφήκαμε |
| εσείς | συρραφήκατε |
| αυτοί / αυτές / αυτά | συρράφηκαν |
Στιγμιαίος μέλλοντας
| εγώ | θα συρραφώ |
Στιγμιαία υποτακτική (να-/θα- μορφή)
| εγώ | συρραφώ |
| εσύ | συρραφείς |
| αυτός / αυτή / αυτό | συρραφεί |
| εμείς | συρραφούμε |
| εσείς | συρραφείτε |
| αυτοί / αυτές / αυτά | συρραφούν |
Προστακτική εξακολουθητική
| εσείς | συρράπτεστε |
Προστακτική στιγμιαία
| εσύ | συρράψου |
| εσείς | συρραφείτε |
Απαρέμφατο αορίστου
| — | συρραφεί |