HomeServicesBlogDictionariesContactSpanish Course
← συρράπτω — definition

Conjugation of συρράπτω

Regular CEFR B2
siˈɾa.pto

ράβω και συνδέω μεταξύ τους διαφορετικά κομμάτια είτε από αντικείμενα (όπως υφάσματα), είτε από τμήματα κειμένων Ver definición completa →

Ενεργητική φωνή

Ενεστώτας
εγώ συρράπτω
εσύ συρράπτεις
αυτός / αυτή / αυτό συρράπτει
εμείς συρράπτουμε
εσείς συρράπτετε
αυτοί / αυτές / αυτά συρράπτουν
Παρατατικός
εγώ συνέρραπτα
εσύ συνέρραπτες
αυτός / αυτή / αυτό συνέρραπτε
εμείς συρράπταμε
εσείς συρράπτατε
αυτοί / αυτές / αυτά συνέρραπταν
Αόριστος
εγώ συνέρραψα
εσύ συνέρραψες
αυτός / αυτή / αυτό συνέρραψε
εμείς συρράψαμε
εσείς συρράψατε
αυτοί / αυτές / αυτά συνέρραψαν
Στιγμιαίος μέλλοντας
εγώ θα συρράψω
Στιγμιαία υποτακτική (να-/θα- μορφή)
εγώ συρράψω
εσύ συρράψεις
αυτός / αυτή / αυτό συρράψει
εμείς συρράψουμε
εσείς συρράψετε
αυτοί / αυτές / αυτά συρράψουν
Προστακτική εξακολουθητική
εσύ σύρραπτε
εσείς συρράπτετε
Προστακτική στιγμιαία
εσύ σύρραψε
εσείς συρράψτε
Απαρέμφατο αορίστου
συρράψει

Μεσοπαθητική φωνή

Ενεστώτας
εγώ συρράπτομαι
εσύ συρράπτεσαι
αυτός / αυτή / αυτό συρράπτεται
εμείς συρραπτόμαστε
εσείς συρράπτεστε
αυτοί / αυτές / αυτά συρράπτονται
Παρατατικός
εγώ συρραπτόμουν
εσύ συρραπτόσουν
αυτός / αυτή / αυτό συρραπτόταν
εμείς συρραπτόμασταν
εσείς συρραπτόσασταν
αυτοί / αυτές / αυτά συρράπτονταν
Αόριστος
εγώ συρράφηκα
εσύ συρράφηκες
αυτός / αυτή / αυτό συρράφηκε
εμείς συρραφήκαμε
εσείς συρραφήκατε
αυτοί / αυτές / αυτά συρράφηκαν
Στιγμιαίος μέλλοντας
εγώ θα συρραφώ
Στιγμιαία υποτακτική (να-/θα- μορφή)
εγώ συρραφώ
εσύ συρραφείς
αυτός / αυτή / αυτό συρραφεί
εμείς συρραφούμε
εσείς συρραφείτε
αυτοί / αυτές / αυτά συρραφούν
Προστακτική εξακολουθητική
εσείς συρράπτεστε
Προστακτική στιγμιαία
εσύ συρράψου
εσείς συρραφείτε
Απαρέμφατο αορίστου
συρραφεί

Practice this verb →

More conjugations

Explore the Ελληνικά dictionary

Look up any Greek word for definitions, equivalents in 94 languages, and more.

Open Dictionary