HomeServicesBlogDictionariesContactSpanish Course
← συνωμοτώ — definition

Conjugation of συνωμοτώ

Regular CEFR B2
si.no.moˈto

συμμετέχω ή οργανώνω μια συνωμοσία, σχεδιάζω κάτι μυστικά μαζί με άλλους Ver definición completa →

Ενεργητική φωνή

Ενεστώτας
εγώ συνωμοτώ
εσύ συνωμοτείς
αυτός / αυτή / αυτό συνωμοτεί
εμείς συνωμοτούμε
εσείς συνωμοτείτε
αυτοί / αυτές / αυτά συνωμοτούν
Παρατατικός
εγώ συνωμοτούσα
εσύ συνωμοτούσες
αυτός / αυτή / αυτό συνωμοτούσε
εμείς συνωμοτούσαμε
εσείς συνωμοτούσατε
αυτοί / αυτές / αυτά συνωμοτούσαν
Αόριστος
εγώ συνωμότησα
εσύ συνωμότησες
αυτός / αυτή / αυτό συνωμότησε
εμείς συνωμοτήσαμε
εσείς συνωμοτήσατε
αυτοί / αυτές / αυτά συνωμότησαν
Στιγμιαίος μέλλοντας
εγώ θα συνωμοτήσω
Στιγμιαία υποτακτική (να-/θα- μορφή)
εγώ συνωμοτήσω
εσύ συνωμοτήσεις
αυτός / αυτή / αυτό συνωμοτήσει
εμείς συνωμοτήσουμε
εσείς συνωμοτήσετε
αυτοί / αυτές / αυτά συνωμοτήσουν
Προστακτική εξακολουθητική
εσείς συνωμοτείτε
Προστακτική στιγμιαία
εσύ συνωμότησε
εσείς συνωμοτήστε
Απαρέμφατο αορίστου
συνωμοτήσει

Practice this verb →

More conjugations

Explore the Ελληνικά dictionary

Look up any Greek word for definitions, equivalents in 94 languages, and more.

Open Dictionary