Conjugation of συντονίζω
οργανώνω τις προσπάθειες ή ενέργειες ποικίλων φορέων ή ατόμων, ώστε να επιτευχθεί κάποιος σκοπός Ver definición completa →
Ενεργητική φωνή
Ενεστώτας
| εγώ | συντονίζω |
| εσύ | συντονίζεις |
| αυτός / αυτή / αυτό | συντονίζει |
| εμείς | συντονίζουμε |
| εσείς | συντονίζετε |
| αυτοί / αυτές / αυτά | συντονίζουν |
Παρατατικός
| εγώ | συντόνιζα |
| εσύ | συντόνιζες |
| αυτός / αυτή / αυτό | συντόνιζε |
| εμείς | συντονίζαμε |
| εσείς | συντονίζατε |
| αυτοί / αυτές / αυτά | συντόνιζαν |
Αόριστος
| εγώ | συντόνισα |
| εσύ | συντόνισες |
| αυτός / αυτή / αυτό | συντόνισε |
| εμείς | συντονίσαμε |
| εσείς | συντονίσατε |
| αυτοί / αυτές / αυτά | συντόνισαν |
Στιγμιαίος μέλλοντας
| εγώ | θα συντονίσω |
Στιγμιαία υποτακτική (να-/θα- μορφή)
| εγώ | συντονίσω |
| εσύ | συντονίσεις |
| αυτός / αυτή / αυτό | συντονίσει |
| εμείς | συντονίσουμε |
| εσείς | συντονίσετε |
| αυτοί / αυτές / αυτά | συντονίσουν |
Προστακτική εξακολουθητική
| εσύ | συντόνιζε |
| εσείς | συντονίζετε |
Προστακτική στιγμιαία
| εσύ | συντόνισε |
| εσείς | συντονίστε |
Απαρέμφατο αορίστου
| — | συντονίσει |
Μεσοπαθητική φωνή
Ενεστώτας
| εγώ | συντονίζομαι |
| εσύ | συντονίζεσαι |
| αυτός / αυτή / αυτό | συντονίζεται |
| εμείς | συντονιζόμαστε |
| εσείς | συντονίζεστε |
| αυτοί / αυτές / αυτά | συντονίζονται |
Παρατατικός
| εγώ | συντονιζόμουν |
| εσύ | συντονιζόσουν |
| αυτός / αυτή / αυτό | συντονιζόταν |
| εμείς | συντονιζόμασταν |
| εσείς | συντονιζόσασταν |
| αυτοί / αυτές / αυτά | συντονίζονταν |
Αόριστος
| εγώ | συντονίστηκα |
| εσύ | συντονίστηκες |
| αυτός / αυτή / αυτό | συντονίστηκε |
| εμείς | συντονιστήκαμε |
| εσείς | συντονιστήκατε |
| αυτοί / αυτές / αυτά | συντονίστηκαν |
Στιγμιαίος μέλλοντας
| εγώ | θα συντονιστώ |
Στιγμιαία υποτακτική (να-/θα- μορφή)
| εγώ | συντονιστώ |
| εσύ | συντονιστείς |
| αυτός / αυτή / αυτό | συντονιστεί |
| εμείς | συντονιστούμε |
| εσείς | συντονιστείτε |
| αυτοί / αυτές / αυτά | συντονιστούν |
Προστακτική εξακολουθητική
| εσείς | συντονίζεστε |
Προστακτική στιγμιαία
| εσύ | συντονίσου |
| εσείς | συντονιστείτε |
Απαρέμφατο αορίστου
| — | συντονιστεί |