HomeServicesBlogDictionariesContactSpanish Course
← συντονίζω — definition

Conjugation of συντονίζω

Regular CEFR B2

οργανώνω τις προσπάθειες ή ενέργειες ποικίλων φορέων ή ατόμων, ώστε να επιτευχθεί κάποιος σκοπός Ver definición completa →

Ενεργητική φωνή

Ενεστώτας
εγώ συντονίζω
εσύ συντονίζεις
αυτός / αυτή / αυτό συντονίζει
εμείς συντονίζουμε
εσείς συντονίζετε
αυτοί / αυτές / αυτά συντονίζουν
Παρατατικός
εγώ συντόνιζα
εσύ συντόνιζες
αυτός / αυτή / αυτό συντόνιζε
εμείς συντονίζαμε
εσείς συντονίζατε
αυτοί / αυτές / αυτά συντόνιζαν
Αόριστος
εγώ συντόνισα
εσύ συντόνισες
αυτός / αυτή / αυτό συντόνισε
εμείς συντονίσαμε
εσείς συντονίσατε
αυτοί / αυτές / αυτά συντόνισαν
Στιγμιαίος μέλλοντας
εγώ θα συντονίσω
Στιγμιαία υποτακτική (να-/θα- μορφή)
εγώ συντονίσω
εσύ συντονίσεις
αυτός / αυτή / αυτό συντονίσει
εμείς συντονίσουμε
εσείς συντονίσετε
αυτοί / αυτές / αυτά συντονίσουν
Προστακτική εξακολουθητική
εσύ συντόνιζε
εσείς συντονίζετε
Προστακτική στιγμιαία
εσύ συντόνισε
εσείς συντονίστε
Απαρέμφατο αορίστου
συντονίσει

Μεσοπαθητική φωνή

Ενεστώτας
εγώ συντονίζομαι
εσύ συντονίζεσαι
αυτός / αυτή / αυτό συντονίζεται
εμείς συντονιζόμαστε
εσείς συντονίζεστε
αυτοί / αυτές / αυτά συντονίζονται
Παρατατικός
εγώ συντονιζόμουν
εσύ συντονιζόσουν
αυτός / αυτή / αυτό συντονιζόταν
εμείς συντονιζόμασταν
εσείς συντονιζόσασταν
αυτοί / αυτές / αυτά συντονίζονταν
Αόριστος
εγώ συντονίστηκα
εσύ συντονίστηκες
αυτός / αυτή / αυτό συντονίστηκε
εμείς συντονιστήκαμε
εσείς συντονιστήκατε
αυτοί / αυτές / αυτά συντονίστηκαν
Στιγμιαίος μέλλοντας
εγώ θα συντονιστώ
Στιγμιαία υποτακτική (να-/θα- μορφή)
εγώ συντονιστώ
εσύ συντονιστείς
αυτός / αυτή / αυτό συντονιστεί
εμείς συντονιστούμε
εσείς συντονιστείτε
αυτοί / αυτές / αυτά συντονιστούν
Προστακτική εξακολουθητική
εσείς συντονίζεστε
Προστακτική στιγμιαία
εσύ συντονίσου
εσείς συντονιστείτε
Απαρέμφατο αορίστου
συντονιστεί

Practice this verb →

More conjugations

Explore the Ελληνικά dictionary

Look up any Greek word for definitions, equivalents in 94 languages, and more.

Open Dictionary