Conjugation of συντομεύω
sin.doˈme.voεπισπεύδω κάτι ώστε να ολοκληρωθεί σύντομα Ver definición completa →
Ενεργητική φωνή
Ενεστώτας
| εγώ | συντομεύω |
| εσύ | συντομεύεις |
| αυτός / αυτή / αυτό | συντομεύει |
| εμείς | συντομεύουμε |
| εσείς | συντομεύετε |
| αυτοί / αυτές / αυτά | συντομεύουν |
Παρατατικός
| εγώ | συντόμευα |
| εσύ | συντόμευες |
| αυτός / αυτή / αυτό | συντόμευε |
| εμείς | συντομεύαμε |
| εσείς | συντομεύατε |
| αυτοί / αυτές / αυτά | συντόμευαν |
Αόριστος
| εγώ | συντόμεψα |
| εσύ | συντόμεψες |
| αυτός / αυτή / αυτό | συντόμεψε |
| εμείς | συντομέψαμε |
| εσείς | συντομέψατε |
| αυτοί / αυτές / αυτά | συντόμεψαν |
Στιγμιαίος μέλλοντας
| εγώ | θα συντομέψω |
Στιγμιαία υποτακτική (να-/θα- μορφή)
| εγώ | συντομέψω |
| εσύ | συντομέψεις |
| αυτός / αυτή / αυτό | συντομέψει |
| εμείς | συντομέψουμε |
| εσείς | συντομέψετε |
| αυτοί / αυτές / αυτά | συντομέψουν |
Προστακτική εξακολουθητική
| εσύ | συντόμευε |
| εσείς | συντομεύετε |
Προστακτική στιγμιαία
| εσύ | συντόμεψε |
| εσείς | συντομέψτε |
Απαρέμφατο αορίστου
| — | συντομέψει |
Μεσοπαθητική φωνή
Ενεστώτας
| εγώ | συντομεύομαι |
| εσύ | συντομεύεσαι |
| αυτός / αυτή / αυτό | συντομεύεται |
| εμείς | συντομευόμαστε |
| εσείς | συντομεύεστε |
| αυτοί / αυτές / αυτά | συντομεύονται |
Παρατατικός
| εγώ | συντομευόμουν |
| εσύ | συντομευόσουν |
| αυτός / αυτή / αυτό | συντομευόταν |
| εμείς | συντομευόμασταν |
| εσείς | συντομευόσασταν |
| αυτοί / αυτές / αυτά | συντομεύονταν |
Αόριστος
| εγώ | συντομεύτηκα |
| εσύ | συντομεύτηκες |
| αυτός / αυτή / αυτό | συντομεύτηκε |
| εμείς | συντομευτήκαμε |
| εσείς | συντομευτήκατε |
| αυτοί / αυτές / αυτά | συντομεύτηκαν |
Στιγμιαίος μέλλοντας
| εγώ | θα συντομευτώ |
Στιγμιαία υποτακτική (να-/θα- μορφή)
| εγώ | συντομευτώ |
| εσύ | συντομευτείς |
| αυτός / αυτή / αυτό | συντομευτεί |
| εμείς | συντομευτούμε |
| εσείς | συντομευτείτε |
| αυτοί / αυτές / αυτά | συντομευτούν |
Προστακτική εξακολουθητική
| εσείς | συντομεύεστε |
Προστακτική στιγμιαία
| εσύ | συντομέψου |
| εσείς | συντομευτείτε |
Απαρέμφατο αορίστου
| — | συντομευτεί |
Practice in context
Fill in the verb in real sentences — correct answers count toward the table above.