HomeServicesBlogDictionariesContactSpanish Course
← συντομεύω — definition

Conjugation of συντομεύω

Regular CEFR B2
sin.doˈme.vo

επισπεύδω κάτι ώστε να ολοκληρωθεί σύντομα Ver definición completa →

Ενεργητική φωνή

Ενεστώτας
εγώ συντομεύω
εσύ συντομεύεις
αυτός / αυτή / αυτό συντομεύει
εμείς συντομεύουμε
εσείς συντομεύετε
αυτοί / αυτές / αυτά συντομεύουν
Παρατατικός
εγώ συντόμευα
εσύ συντόμευες
αυτός / αυτή / αυτό συντόμευε
εμείς συντομεύαμε
εσείς συντομεύατε
αυτοί / αυτές / αυτά συντόμευαν
Αόριστος
εγώ συντόμεψα
εσύ συντόμεψες
αυτός / αυτή / αυτό συντόμεψε
εμείς συντομέψαμε
εσείς συντομέψατε
αυτοί / αυτές / αυτά συντόμεψαν
Στιγμιαίος μέλλοντας
εγώ θα συντομέψω
Στιγμιαία υποτακτική (να-/θα- μορφή)
εγώ συντομέψω
εσύ συντομέψεις
αυτός / αυτή / αυτό συντομέψει
εμείς συντομέψουμε
εσείς συντομέψετε
αυτοί / αυτές / αυτά συντομέψουν
Προστακτική εξακολουθητική
εσύ συντόμευε
εσείς συντομεύετε
Προστακτική στιγμιαία
εσύ συντόμεψε
εσείς συντομέψτε
Απαρέμφατο αορίστου
συντομέψει

Μεσοπαθητική φωνή

Ενεστώτας
εγώ συντομεύομαι
εσύ συντομεύεσαι
αυτός / αυτή / αυτό συντομεύεται
εμείς συντομευόμαστε
εσείς συντομεύεστε
αυτοί / αυτές / αυτά συντομεύονται
Παρατατικός
εγώ συντομευόμουν
εσύ συντομευόσουν
αυτός / αυτή / αυτό συντομευόταν
εμείς συντομευόμασταν
εσείς συντομευόσασταν
αυτοί / αυτές / αυτά συντομεύονταν
Αόριστος
εγώ συντομεύτηκα
εσύ συντομεύτηκες
αυτός / αυτή / αυτό συντομεύτηκε
εμείς συντομευτήκαμε
εσείς συντομευτήκατε
αυτοί / αυτές / αυτά συντομεύτηκαν
Στιγμιαίος μέλλοντας
εγώ θα συντομευτώ
Στιγμιαία υποτακτική (να-/θα- μορφή)
εγώ συντομευτώ
εσύ συντομευτείς
αυτός / αυτή / αυτό συντομευτεί
εμείς συντομευτούμε
εσείς συντομευτείτε
αυτοί / αυτές / αυτά συντομευτούν
Προστακτική εξακολουθητική
εσείς συντομεύεστε
Προστακτική στιγμιαία
εσύ συντομέψου
εσείς συντομευτείτε
Απαρέμφατο αορίστου
συντομευτεί

Practice in context

Fill in the verb in real sentences — correct answers count toward the table above.

Practice this verb →

More conjugations

Explore the Ελληνικά dictionary

Look up any Greek word for definitions, equivalents in 94 languages, and more.

Open Dictionary