HomeServicesBlogDictionariesContactSpanish Course
← συντηρώ — definition

Conjugation of συντηρώ

Regular CEFR C2
sin.diˈɾo

διατηρώ ένα αντικείμενο (όπως τρόφιμα ή μηχανή) σε καλή κατάσταση Ver definición completa →

Ενεργητική φωνή

Ενεστώτας
εγώ συντηρώ
εσύ συντηρείς
αυτός / αυτή / αυτό συντηρεί
εμείς συντηρούμε
εσείς συντηρείτε
αυτοί / αυτές / αυτά συντηρούν
Παρατατικός
εγώ συντηρούσα
εσύ συντηρούσες
αυτός / αυτή / αυτό συντηρούσε
εμείς συντηρούσαμε
εσείς συντηρούσατε
αυτοί / αυτές / αυτά συντηρούσαν
Αόριστος
εγώ συντήρησα
εσύ συντήρησες
αυτός / αυτή / αυτό συντήρησε
εμείς συντηρήσαμε
εσείς συντηρήσατε
αυτοί / αυτές / αυτά συντήρησαν
Στιγμιαίος μέλλοντας
εγώ θα συντηρήσω
Στιγμιαία υποτακτική (να-/θα- μορφή)
εγώ συντηρήσω
εσύ συντηρήσεις
αυτός / αυτή / αυτό συντηρήσει
εμείς συντηρήσουμε
εσείς συντηρήσετε
αυτοί / αυτές / αυτά συντηρήσουν
Προστακτική εξακολουθητική
εσείς συντηρείτε
Προστακτική στιγμιαία
εσύ συντήρησε
εσείς συντηρήστε
Απαρέμφατο αορίστου
συντηρήσει

Μεσοπαθητική φωνή

Ενεστώτας
εγώ συντηρούμαι
εσύ συντηρείσαι
αυτός / αυτή / αυτό συντηρείται
εμείς συντηρούμαστε
εσείς συντηρείστε
αυτοί / αυτές / αυτά συντηρούνται
Παρατατικός
αυτός / αυτή / αυτό συντηρούνταν
εμείς συντηρούμασταν
εσείς [συντηρούσασταν, (‑ούσαστε)]
αυτοί / αυτές / αυτά συντηρούνταν
Αόριστος
εγώ συντηρήθηκα
εσύ συντηρήθηκες
αυτός / αυτή / αυτό συντηρήθηκε
εμείς συντηρηθήκαμε
εσείς συντηρηθήκατε
αυτοί / αυτές / αυτά συντηρήθηκαν
Στιγμιαίος μέλλοντας
εγώ θα συντηρηθώ
Στιγμιαία υποτακτική (να-/θα- μορφή)
εγώ συντηρηθώ
εσύ συντηρηθείς
αυτός / αυτή / αυτό συντηρηθεί
εμείς συντηρηθούμε
εσείς συντηρηθείτε
αυτοί / αυτές / αυτά συντηρηθούν
Προστακτική εξακολουθητική
εσείς συντηρείστε
Προστακτική στιγμιαία
εσύ συντηρήσου
εσείς συντηρηθείτε
Απαρέμφατο αορίστου
συντηρηθεί

Practice this verb →

More conjugations

Explore the Ελληνικά dictionary

Look up any Greek word for definitions, equivalents in 94 languages, and more.

Open Dictionary