Conjugation of συντηρώ
sin.diˈɾoδιατηρώ ένα αντικείμενο (όπως τρόφιμα ή μηχανή) σε καλή κατάσταση Ver definición completa →
Ενεργητική φωνή
Ενεστώτας
| εγώ | συντηρώ |
| εσύ | συντηρείς |
| αυτός / αυτή / αυτό | συντηρεί |
| εμείς | συντηρούμε |
| εσείς | συντηρείτε |
| αυτοί / αυτές / αυτά | συντηρούν |
Παρατατικός
| εγώ | συντηρούσα |
| εσύ | συντηρούσες |
| αυτός / αυτή / αυτό | συντηρούσε |
| εμείς | συντηρούσαμε |
| εσείς | συντηρούσατε |
| αυτοί / αυτές / αυτά | συντηρούσαν |
Αόριστος
| εγώ | συντήρησα |
| εσύ | συντήρησες |
| αυτός / αυτή / αυτό | συντήρησε |
| εμείς | συντηρήσαμε |
| εσείς | συντηρήσατε |
| αυτοί / αυτές / αυτά | συντήρησαν |
Στιγμιαίος μέλλοντας
| εγώ | θα συντηρήσω |
Στιγμιαία υποτακτική (να-/θα- μορφή)
| εγώ | συντηρήσω |
| εσύ | συντηρήσεις |
| αυτός / αυτή / αυτό | συντηρήσει |
| εμείς | συντηρήσουμε |
| εσείς | συντηρήσετε |
| αυτοί / αυτές / αυτά | συντηρήσουν |
Προστακτική εξακολουθητική
| εσείς | συντηρείτε |
Προστακτική στιγμιαία
| εσύ | συντήρησε |
| εσείς | συντηρήστε |
Απαρέμφατο αορίστου
| — | συντηρήσει |
Μεσοπαθητική φωνή
Ενεστώτας
| εγώ | συντηρούμαι |
| εσύ | συντηρείσαι |
| αυτός / αυτή / αυτό | συντηρείται |
| εμείς | συντηρούμαστε |
| εσείς | συντηρείστε |
| αυτοί / αυτές / αυτά | συντηρούνται |
Παρατατικός
| αυτός / αυτή / αυτό | συντηρούνταν |
| εμείς | συντηρούμασταν |
| εσείς | [συντηρούσασταν, (‑ούσαστε)] |
| αυτοί / αυτές / αυτά | συντηρούνταν |
Αόριστος
| εγώ | συντηρήθηκα |
| εσύ | συντηρήθηκες |
| αυτός / αυτή / αυτό | συντηρήθηκε |
| εμείς | συντηρηθήκαμε |
| εσείς | συντηρηθήκατε |
| αυτοί / αυτές / αυτά | συντηρήθηκαν |
Στιγμιαίος μέλλοντας
| εγώ | θα συντηρηθώ |
Στιγμιαία υποτακτική (να-/θα- μορφή)
| εγώ | συντηρηθώ |
| εσύ | συντηρηθείς |
| αυτός / αυτή / αυτό | συντηρηθεί |
| εμείς | συντηρηθούμε |
| εσείς | συντηρηθείτε |
| αυτοί / αυτές / αυτά | συντηρηθούν |
Προστακτική εξακολουθητική
| εσείς | συντηρείστε |
Προστακτική στιγμιαία
| εσύ | συντηρήσου |
| εσείς | συντηρηθείτε |
Απαρέμφατο αορίστου
| — | συντηρηθεί |