Conjugation of συντάσσω
sinˈdasoδιατυπώνω κάτι γραπτά, και ειδικότερα για επίσημο έγγραφο ή για συγγραφή κειμένου που είναι αποτέλεσμα οργάνωσης και σύνθεσης δεδομένων στοιχείων Ver definición completa →
Ενεργητική φωνή
Ενεστώτας
| εγώ | συντάσσω |
| εσύ | συντάσσεις |
| αυτός / αυτή / αυτό | συντάσσει |
| εμείς | συντάσσουμε |
| εσείς | συντάσσετε |
| αυτοί / αυτές / αυτά | συντάσσουν |
Παρατατικός
| εγώ | συνέτασσα |
| εσύ | συνέτασσες |
| αυτός / αυτή / αυτό | συνέτασσε |
| εμείς | συντάσσαμε |
| εσείς | συντάσσατε |
| αυτοί / αυτές / αυτά | συνέτασσαν |
Αόριστος
| εγώ | συνέταξα |
| εσύ | συνέταξες |
| αυτός / αυτή / αυτό | συνέταξε |
| εμείς | συντάξαμε |
| εσείς | συντάξατε |
| αυτοί / αυτές / αυτά | συνέταξαν |
Στιγμιαίος μέλλοντας
| εγώ | θα συντάξω |
Στιγμιαία υποτακτική (να-/θα- μορφή)
| εγώ | συντάξω |
| εσύ | συντάξεις |
| αυτός / αυτή / αυτό | συντάξει |
| εμείς | συντάξουμε |
| εσείς | συντάξετε |
| αυτοί / αυτές / αυτά | συντάξουν |
Προστακτική εξακολουθητική
| εσύ | συνέτασσε |
| εσείς | συντάσσετε |
Προστακτική στιγμιαία
| εσύ | συνέταξε |
| εσείς | συντάξτε |
Απαρέμφατο αορίστου
| — | συντάξει |
Μεσοπαθητική φωνή
Ενεστώτας
| εγώ | συντάσσομαι |
| εσύ | συντάσσεσαι |
| αυτός / αυτή / αυτό | συντάσσεται |
| εμείς | συντασσόμαστε |
| εσείς | συντάσσεστε |
| αυτοί / αυτές / αυτά | συντάσσονται |
Παρατατικός
| εγώ | συντασσόμουν |
| εσύ | συντασσόσουν |
| αυτός / αυτή / αυτό | συντασσόταν |
| εμείς | συντασσόμασταν |
| εσείς | συντασσόσασταν |
| αυτοί / αυτές / αυτά | συντάσσονταν |
Αόριστος
| εγώ | συντάχθηκα |
| εσύ | συντάχθηκες |
| αυτός / αυτή / αυτό | συντάχθηκε |
| εμείς | συνταχθήκαμε |
| εσείς | συνταχθήκατε |
| αυτοί / αυτές / αυτά | συντάχθηκαν |
Στιγμιαίος μέλλοντας
| εγώ | θα συνταχθώ |
Στιγμιαία υποτακτική (να-/θα- μορφή)
| εγώ | συνταχθώ |
| εσύ | συνταχθείς |
| αυτός / αυτή / αυτό | συνταχθεί |
| εμείς | συνταχθούμε |
| εσείς | συνταχθείτε |
| αυτοί / αυτές / αυτά | συνταχθούν |
Προστακτική εξακολουθητική
| εσείς | συντάσσεστε |
Προστακτική στιγμιαία
| εσύ | συντάξου |
| εσείς | συνταχθείτε |
Απαρέμφατο αορίστου
| — | συνταχθεί |