HomeServicesBlogDictionariesContactSpanish Course
← συντάσσω — definition

Conjugation of συντάσσω

Regular CEFR B2
sinˈdaso

διατυπώνω κάτι γραπτά, και ειδικότερα για επίσημο έγγραφο ή για συγγραφή κειμένου που είναι αποτέλεσμα οργάνωσης και σύνθεσης δεδομένων στοιχείων Ver definición completa →

Ενεργητική φωνή

Ενεστώτας
εγώ συντάσσω
εσύ συντάσσεις
αυτός / αυτή / αυτό συντάσσει
εμείς συντάσσουμε
εσείς συντάσσετε
αυτοί / αυτές / αυτά συντάσσουν
Παρατατικός
εγώ συνέτασσα
εσύ συνέτασσες
αυτός / αυτή / αυτό συνέτασσε
εμείς συντάσσαμε
εσείς συντάσσατε
αυτοί / αυτές / αυτά συνέτασσαν
Αόριστος
εγώ συνέταξα
εσύ συνέταξες
αυτός / αυτή / αυτό συνέταξε
εμείς συντάξαμε
εσείς συντάξατε
αυτοί / αυτές / αυτά συνέταξαν
Στιγμιαίος μέλλοντας
εγώ θα συντάξω
Στιγμιαία υποτακτική (να-/θα- μορφή)
εγώ συντάξω
εσύ συντάξεις
αυτός / αυτή / αυτό συντάξει
εμείς συντάξουμε
εσείς συντάξετε
αυτοί / αυτές / αυτά συντάξουν
Προστακτική εξακολουθητική
εσύ συνέτασσε
εσείς συντάσσετε
Προστακτική στιγμιαία
εσύ συνέταξε
εσείς συντάξτε
Απαρέμφατο αορίστου
συντάξει

Μεσοπαθητική φωνή

Ενεστώτας
εγώ συντάσσομαι
εσύ συντάσσεσαι
αυτός / αυτή / αυτό συντάσσεται
εμείς συντασσόμαστε
εσείς συντάσσεστε
αυτοί / αυτές / αυτά συντάσσονται
Παρατατικός
εγώ συντασσόμουν
εσύ συντασσόσουν
αυτός / αυτή / αυτό συντασσόταν
εμείς συντασσόμασταν
εσείς συντασσόσασταν
αυτοί / αυτές / αυτά συντάσσονταν
Αόριστος
εγώ συντάχθηκα
εσύ συντάχθηκες
αυτός / αυτή / αυτό συντάχθηκε
εμείς συνταχθήκαμε
εσείς συνταχθήκατε
αυτοί / αυτές / αυτά συντάχθηκαν
Στιγμιαίος μέλλοντας
εγώ θα συνταχθώ
Στιγμιαία υποτακτική (να-/θα- μορφή)
εγώ συνταχθώ
εσύ συνταχθείς
αυτός / αυτή / αυτό συνταχθεί
εμείς συνταχθούμε
εσείς συνταχθείτε
αυτοί / αυτές / αυτά συνταχθούν
Προστακτική εξακολουθητική
εσείς συντάσσεστε
Προστακτική στιγμιαία
εσύ συντάξου
εσείς συνταχθείτε
Απαρέμφατο αορίστου
συνταχθεί

Practice this verb →

More conjugations

Explore the Ελληνικά dictionary

Look up any Greek word for definitions, equivalents in 94 languages, and more.

Open Dictionary