HomeServicesBlogDictionariesContactSpanish Course
← συνομιλώ — definition

Conjugation of συνομιλώ

Regular CEFR B2
si.no.miˈlo

μιλάω με κάποιον άλλον ή άλλους, ανταλλάσσουμε απόψεις για κάποια θέματα Ver definición completa →

Ενεργητική φωνή

Ενεστώτας
εγώ συνομιλώ
εσύ συνομιλείς
αυτός / αυτή / αυτό συνομιλεί
εμείς συνομιλούμε
εσείς συνομιλείτε
αυτοί / αυτές / αυτά συνομιλούν
Παρατατικός
εγώ συνομιλούσα
εσύ συνομιλούσες
αυτός / αυτή / αυτό συνομιλούσε
εμείς συνομιλούσαμε
εσείς συνομιλούσατε
αυτοί / αυτές / αυτά συνομιλούσαν
Αόριστος
εγώ συνομίλησα
εσύ συνομίλησες
αυτός / αυτή / αυτό συνομίλησε
εμείς συνομιλήσαμε
εσείς συνομιλήσατε
αυτοί / αυτές / αυτά συνομίλησαν
Στιγμιαίος μέλλοντας
εγώ θα συνομιλήσω
Στιγμιαία υποτακτική (να-/θα- μορφή)
εγώ συνομιλήσω
εσύ συνομιλήσεις
αυτός / αυτή / αυτό συνομιλήσει
εμείς συνομιλήσουμε
εσείς συνομιλήσετε
αυτοί / αυτές / αυτά συνομιλήσουν
Προστακτική εξακολουθητική
εσείς συνομιλείτε
Προστακτική στιγμιαία
εσύ συνομίλησε
εσείς συνομιλήστε
Απαρέμφατο αορίστου
συνομιλήσει

Practice this verb →

More conjugations

Explore the Ελληνικά dictionary

Look up any Greek word for definitions, equivalents in 94 languages, and more.

Open Dictionary