Conjugation of συνοδεύω
si.noˈðe.voπερπατώ, ταξιδεύω ή βρίσκομαι μαζί με κάποιον άλλο, τον ακολουθώ Ver definición completa →
Ενεργητική φωνή
Ενεστώτας
| εγώ | συνοδεύω |
| εσύ | συνοδεύεις |
| αυτός / αυτή / αυτό | συνοδεύει |
| εμείς | συνοδεύουμε |
| εσείς | συνοδεύετε |
| αυτοί / αυτές / αυτά | συνοδεύουν |
Παρατατικός
| εγώ | συνόδευα |
| εσύ | συνόδευες |
| αυτός / αυτή / αυτό | συνόδευε |
| εμείς | συνοδεύαμε |
| εσείς | συνοδεύατε |
| αυτοί / αυτές / αυτά | συνόδευαν |
Αόριστος
| εγώ | συνόδευσα |
| εσύ | συνόδευσες |
| αυτός / αυτή / αυτό | συνόδευσε |
| εμείς | συνοδεύσαμε |
| εσείς | συνοδεύσατε |
| αυτοί / αυτές / αυτά | συνόδευσαν |
Στιγμιαίος μέλλοντας
| εγώ | θα συνοδεύσω |
Στιγμιαία υποτακτική (να-/θα- μορφή)
| εγώ | συνοδεύσω |
| εσύ | συνοδεύσεις |
| αυτός / αυτή / αυτό | συνοδεύσει |
| εμείς | συνοδεύσουμε |
| εσείς | συνοδεύσετε |
| αυτοί / αυτές / αυτά | συνοδεύσουν |
Προστακτική εξακολουθητική
| εσύ | συνόδευε |
| εσείς | συνοδεύετε |
Προστακτική στιγμιαία
| εσύ | συνόδευσε |
| εσείς | συνοδεύστε |
Απαρέμφατο αορίστου
| — | συνοδεύσει |
Μεσοπαθητική φωνή
Ενεστώτας
| εγώ | συνοδεύομαι |
| εσύ | συνοδεύεσαι |
| αυτός / αυτή / αυτό | συνοδεύεται |
| εμείς | συνοδευόμαστε |
| εσείς | συνοδεύεστε |
| αυτοί / αυτές / αυτά | συνοδεύονται |
Παρατατικός
| εγώ | συνοδευόμουν |
| εσύ | συνοδευόσουν |
| αυτός / αυτή / αυτό | συνοδευόταν |
| εμείς | συνοδευόμασταν |
| εσείς | συνοδευόσασταν |
| αυτοί / αυτές / αυτά | συνοδεύονταν |
Αόριστος
| εγώ | συνοδεύθηκα |
| εσύ | συνοδεύθηκες |
| αυτός / αυτή / αυτό | συνοδεύθηκε |
| εμείς | συνοδευθήκαμε |
| εσείς | συνοδευθήκατε |
| αυτοί / αυτές / αυτά | συνοδεύθηκαν |
Στιγμιαίος μέλλοντας
| εγώ | θα συνοδευθώ |
Στιγμιαία υποτακτική (να-/θα- μορφή)
| εγώ | συνοδευθώ |
| εσύ | συνοδευθείς |
| αυτός / αυτή / αυτό | συνοδευθεί |
| εμείς | συνοδευθούμε |
| εσείς | συνοδευθείτε |
| αυτοί / αυτές / αυτά | συνοδευθούν |
Προστακτική εξακολουθητική
| εσείς | συνοδεύεστε |
Προστακτική στιγμιαία
| εσύ | συνοδεύσου |
| εσείς | συνοδευθείτε |
Απαρέμφατο αορίστου
| — | συνοδευθεί |
Practice in context
Fill in the verb in real sentences — correct answers count toward the table above.