HomeServicesBlogDictionariesContactSpanish Course
← συνοδεύω — definition

Conjugation of συνοδεύω

Regular CEFR C2
si.noˈðe.vo

περπατώ, ταξιδεύω ή βρίσκομαι μαζί με κάποιον άλλο, τον ακολουθώ Ver definición completa →

Ενεργητική φωνή

Ενεστώτας
εγώ συνοδεύω
εσύ συνοδεύεις
αυτός / αυτή / αυτό συνοδεύει
εμείς συνοδεύουμε
εσείς συνοδεύετε
αυτοί / αυτές / αυτά συνοδεύουν
Παρατατικός
εγώ συνόδευα
εσύ συνόδευες
αυτός / αυτή / αυτό συνόδευε
εμείς συνοδεύαμε
εσείς συνοδεύατε
αυτοί / αυτές / αυτά συνόδευαν
Αόριστος
εγώ συνόδευσα
εσύ συνόδευσες
αυτός / αυτή / αυτό συνόδευσε
εμείς συνοδεύσαμε
εσείς συνοδεύσατε
αυτοί / αυτές / αυτά συνόδευσαν
Στιγμιαίος μέλλοντας
εγώ θα συνοδεύσω
Στιγμιαία υποτακτική (να-/θα- μορφή)
εγώ συνοδεύσω
εσύ συνοδεύσεις
αυτός / αυτή / αυτό συνοδεύσει
εμείς συνοδεύσουμε
εσείς συνοδεύσετε
αυτοί / αυτές / αυτά συνοδεύσουν
Προστακτική εξακολουθητική
εσύ συνόδευε
εσείς συνοδεύετε
Προστακτική στιγμιαία
εσύ συνόδευσε
εσείς συνοδεύστε
Απαρέμφατο αορίστου
συνοδεύσει

Μεσοπαθητική φωνή

Ενεστώτας
εγώ συνοδεύομαι
εσύ συνοδεύεσαι
αυτός / αυτή / αυτό συνοδεύεται
εμείς συνοδευόμαστε
εσείς συνοδεύεστε
αυτοί / αυτές / αυτά συνοδεύονται
Παρατατικός
εγώ συνοδευόμουν
εσύ συνοδευόσουν
αυτός / αυτή / αυτό συνοδευόταν
εμείς συνοδευόμασταν
εσείς συνοδευόσασταν
αυτοί / αυτές / αυτά συνοδεύονταν
Αόριστος
εγώ συνοδεύθηκα
εσύ συνοδεύθηκες
αυτός / αυτή / αυτό συνοδεύθηκε
εμείς συνοδευθήκαμε
εσείς συνοδευθήκατε
αυτοί / αυτές / αυτά συνοδεύθηκαν
Στιγμιαίος μέλλοντας
εγώ θα συνοδευθώ
Στιγμιαία υποτακτική (να-/θα- μορφή)
εγώ συνοδευθώ
εσύ συνοδευθείς
αυτός / αυτή / αυτό συνοδευθεί
εμείς συνοδευθούμε
εσείς συνοδευθείτε
αυτοί / αυτές / αυτά συνοδευθούν
Προστακτική εξακολουθητική
εσείς συνοδεύεστε
Προστακτική στιγμιαία
εσύ συνοδεύσου
εσείς συνοδευθείτε
Απαρέμφατο αορίστου
συνοδευθεί

Practice in context

Fill in the verb in real sentences — correct answers count toward the table above.

Practice this verb →

More conjugations

Explore the Ελληνικά dictionary

Look up any Greek word for definitions, equivalents in 94 languages, and more.

Open Dictionary