HomeServicesBlogDictionariesContactSpanish Course
← συνθλίβω — definition

Conjugation of συνθλίβω

Regular CEFR B2
sinˈθli.vo

καταπιέζω, συντρίβω, εξουθενώνω, κατατροπώνω Ver definición completa →

Ενεργητική φωνή

Ενεστώτας
εγώ συνθλίβω
εσύ συνθλίβεις
αυτός / αυτή / αυτό συνθλίβει
εμείς συνθλίβουμε
εσείς συνθλίβετε
αυτοί / αυτές / αυτά συνθλίβουν
Παρατατικός
εγώ συνέθλιβα
εσύ συνέθλιβες
αυτός / αυτή / αυτό συνέθλιβε
εμείς συνθλίβαμε
εσείς συνθλίβατε
αυτοί / αυτές / αυτά συνέθλιβαν
Αόριστος
εγώ συνέθλιψα
εσύ συνέθλιψες
αυτός / αυτή / αυτό συνέθλιψε
εμείς συνθλίψαμε
εσείς συνθλίψατε
αυτοί / αυτές / αυτά συνέθλιψαν
Στιγμιαίος μέλλοντας
εγώ θα συνθλίψω
Στιγμιαία υποτακτική (να-/θα- μορφή)
εγώ συνθλίψω
εσύ συνθλίψεις
αυτός / αυτή / αυτό συνθλίψει
εμείς συνθλίψουμε
εσείς συνθλίψετε
αυτοί / αυτές / αυτά συνθλίψουν
Προστακτική εξακολουθητική
εσύ σύνθλιβε
εσείς συνθλίβετε
Προστακτική στιγμιαία
εσύ σύνθλιψε
εσείς συνθλίψτε
Απαρέμφατο αορίστου
συνθλίψει

Μεσοπαθητική φωνή

Ενεστώτας
εγώ συνθλίβομαι
εσύ συνθλίβεσαι
αυτός / αυτή / αυτό συνθλίβεται
εμείς συνθλιβόμαστε
εσείς συνθλίβεστε
αυτοί / αυτές / αυτά συνθλίβονται
Παρατατικός
εγώ συνθλιβόμουν
εσύ συνθλιβόσουν
αυτός / αυτή / αυτό συνθλιβόταν
εμείς συνθλιβόμασταν
εσείς συνθλιβόσασταν
αυτοί / αυτές / αυτά συνθλίβονταν
Αόριστος
εγώ συνθλίφτηκα
εσύ συνθλίφτηκες
αυτός / αυτή / αυτό συνθλίφτηκε
εμείς συνθλιφτήκαμε
εσείς συνθλιφτήκατε
αυτοί / αυτές / αυτά συνθλίφτηκαν
Στιγμιαίος μέλλοντας
εγώ θα συνθλιφτώ
Στιγμιαία υποτακτική (να-/θα- μορφή)
εγώ συνθλιφτώ
εσύ συνθλιφτείς
αυτός / αυτή / αυτό συνθλιφτεί
εμείς συνθλιφτούμε
εσείς συνθλιφτείτε
αυτοί / αυτές / αυτά συνθλιφτούν
Προστακτική εξακολουθητική
εσείς συνθλίβεστε
Προστακτική στιγμιαία
εσύ συνθλίψου
εσείς συνθλιφτείτε
Απαρέμφατο αορίστου
συνθλιφτεί

Practice this verb →

More conjugations

Explore the Ελληνικά dictionary

Look up any Greek word for definitions, equivalents in 94 languages, and more.

Open Dictionary