Conjugation of συνθλίβω
sinˈθli.voκαταπιέζω, συντρίβω, εξουθενώνω, κατατροπώνω Ver definición completa →
Ενεργητική φωνή
Ενεστώτας
| εγώ | συνθλίβω |
| εσύ | συνθλίβεις |
| αυτός / αυτή / αυτό | συνθλίβει |
| εμείς | συνθλίβουμε |
| εσείς | συνθλίβετε |
| αυτοί / αυτές / αυτά | συνθλίβουν |
Παρατατικός
| εγώ | συνέθλιβα |
| εσύ | συνέθλιβες |
| αυτός / αυτή / αυτό | συνέθλιβε |
| εμείς | συνθλίβαμε |
| εσείς | συνθλίβατε |
| αυτοί / αυτές / αυτά | συνέθλιβαν |
Αόριστος
| εγώ | συνέθλιψα |
| εσύ | συνέθλιψες |
| αυτός / αυτή / αυτό | συνέθλιψε |
| εμείς | συνθλίψαμε |
| εσείς | συνθλίψατε |
| αυτοί / αυτές / αυτά | συνέθλιψαν |
Στιγμιαίος μέλλοντας
| εγώ | θα συνθλίψω |
Στιγμιαία υποτακτική (να-/θα- μορφή)
| εγώ | συνθλίψω |
| εσύ | συνθλίψεις |
| αυτός / αυτή / αυτό | συνθλίψει |
| εμείς | συνθλίψουμε |
| εσείς | συνθλίψετε |
| αυτοί / αυτές / αυτά | συνθλίψουν |
Προστακτική εξακολουθητική
| εσύ | σύνθλιβε |
| εσείς | συνθλίβετε |
Προστακτική στιγμιαία
| εσύ | σύνθλιψε |
| εσείς | συνθλίψτε |
Απαρέμφατο αορίστου
| — | συνθλίψει |
Μεσοπαθητική φωνή
Ενεστώτας
| εγώ | συνθλίβομαι |
| εσύ | συνθλίβεσαι |
| αυτός / αυτή / αυτό | συνθλίβεται |
| εμείς | συνθλιβόμαστε |
| εσείς | συνθλίβεστε |
| αυτοί / αυτές / αυτά | συνθλίβονται |
Παρατατικός
| εγώ | συνθλιβόμουν |
| εσύ | συνθλιβόσουν |
| αυτός / αυτή / αυτό | συνθλιβόταν |
| εμείς | συνθλιβόμασταν |
| εσείς | συνθλιβόσασταν |
| αυτοί / αυτές / αυτά | συνθλίβονταν |
Αόριστος
| εγώ | συνθλίφτηκα |
| εσύ | συνθλίφτηκες |
| αυτός / αυτή / αυτό | συνθλίφτηκε |
| εμείς | συνθλιφτήκαμε |
| εσείς | συνθλιφτήκατε |
| αυτοί / αυτές / αυτά | συνθλίφτηκαν |
Στιγμιαίος μέλλοντας
| εγώ | θα συνθλιφτώ |
Στιγμιαία υποτακτική (να-/θα- μορφή)
| εγώ | συνθλιφτώ |
| εσύ | συνθλιφτείς |
| αυτός / αυτή / αυτό | συνθλιφτεί |
| εμείς | συνθλιφτούμε |
| εσείς | συνθλιφτείτε |
| αυτοί / αυτές / αυτά | συνθλιφτούν |
Προστακτική εξακολουθητική
| εσείς | συνθλίβεστε |
Προστακτική στιγμιαία
| εσύ | συνθλίψου |
| εσείς | συνθλιφτείτε |
Απαρέμφατο αορίστου
| — | συνθλιφτεί |