Conjugation of συνθέτω
sinˈθe.toχρησιμοποιώ ή συγκεντρώνω επιμέρους στοιχεία για να σχηματίσω ένα ολοκληρωμένο σύνολο Ver definición completa →
Ενεργητική φωνή
Ενεστώτας
| εγώ | συνθέτω |
| εσύ | συνθέτεις |
| αυτός / αυτή / αυτό | συνθέτει |
| εμείς | συνθέτουμε |
| εσείς | συνθέτετε |
| αυτοί / αυτές / αυτά | συνθέτουν |
Παρατατικός
| εγώ | συνέθετα |
| εσύ | συνέθετες |
| αυτός / αυτή / αυτό | συνέθετε |
| εμείς | συνθέταμε |
| εσείς | συνθέτατε |
| αυτοί / αυτές / αυτά | συνέθεταν |
Αόριστος
| εγώ | συνέθεσα |
| εσύ | συνέθεσες |
| αυτός / αυτή / αυτό | συνέθεσε |
| εμείς | συνθέσαμε |
| εσείς | συνθέσατε |
| αυτοί / αυτές / αυτά | συνέθεσαν |
Στιγμιαίος μέλλοντας
| εγώ | θα συνθέσω |
Στιγμιαία υποτακτική (να-/θα- μορφή)
| εγώ | συνθέσω |
| εσύ | συνθέσεις |
| αυτός / αυτή / αυτό | συνθέσει |
| εμείς | συνθέσουμε |
| εσείς | συνθέσετε |
| αυτοί / αυτές / αυτά | συνθέσουν |
Προστακτική εξακολουθητική
| εσύ | συνθέτε |
| εσείς | συνθέτετε |
Προστακτική στιγμιαία
| εσύ | συνθέσε |
| εσείς | συνθέστε |
Απαρέμφατο αορίστου
| — | συνθέσει |
Μεσοπαθητική φωνή
Ενεστώτας
| εγώ | συνθέτομαι |
| εσύ | συνθέτεσαι |
| αυτός / αυτή / αυτό | συνθέτεται |
| εμείς | όμαστε |
| εσείς | συνθέτεστε |
| αυτοί / αυτές / αυτά | συνθέτονται |
Αόριστος
| εγώ | συντέθηκα |
| εσύ | συντέθηκες |
| αυτός / αυτή / αυτό | συντέθηκε |
| εμείς | συντεθήκαμε |
| εσείς | συντεθήκατε |
| αυτοί / αυτές / αυτά | συντέθηκαν |
Στιγμιαίος μέλλοντας
| εγώ | θα συντεθώ |
Στιγμιαία υποτακτική (να-/θα- μορφή)
| εγώ | συντεθώ |
| εσύ | συντεθείς |
| αυτός / αυτή / αυτό | συντεθεί |
| εμείς | συντεθούμε |
| εσείς | συντεθείτε |
| αυτοί / αυτές / αυτά | συντεθούν |
Προστακτική εξακολουθητική
| εσείς | συνθέτεστε |
Προστακτική στιγμιαία
| εσύ | συνθέσου |
| εσείς | συντεθείτε |
Απαρέμφατο αορίστου
| — | συντεθεί |