HomeServicesBlogDictionariesContactSpanish Course
← συνηθίζω — definition

Conjugation of συνηθίζω

Regular CEFR C2
si.niˈθi.zo

δίνω σε κάποιον τη συνήθεια να κάνει κάτι, εξασκώ Ver definición completa →

Ενεργητική φωνή

Ενεστώτας
εγώ συνηθίζω
εσύ συνηθίζεις
αυτός / αυτή / αυτό συνηθίζει
εμείς συνηθίζουμε
εσείς συνηθίζετε
αυτοί / αυτές / αυτά συνηθίζουν
Παρατατικός
εγώ συνήθιζα
εσύ συνήθιζες
αυτός / αυτή / αυτό συνήθιζε
εμείς συνηθίζαμε
εσείς συνηθίζατε
αυτοί / αυτές / αυτά συνήθιζαν
Αόριστος
εγώ συνήθισα
εσύ συνήθισες
αυτός / αυτή / αυτό συνήθισε
εμείς συνηθίσαμε
εσείς συνηθίσατε
αυτοί / αυτές / αυτά συνήθισαν
Στιγμιαίος μέλλοντας
εγώ θα συνηθίσω
Στιγμιαία υποτακτική (να-/θα- μορφή)
εγώ συνηθίσω
εσύ συνηθίσεις
αυτός / αυτή / αυτό συνηθίσει
εμείς συνηθίσουμε
εσείς συνηθίσετε
αυτοί / αυτές / αυτά συνηθίσουν
Προστακτική εξακολουθητική
εσύ συνήθιζε
εσείς συνηθίζετε
Προστακτική στιγμιαία
εσύ συνήθισε
εσείς συνηθίστε
Απαρέμφατο αορίστου
συνηθίσει

Μεσοπαθητική φωνή

Ενεστώτας
εγώ συνηθίζομαι
εσύ συνηθίζεσαι
αυτός / αυτή / αυτό συνηθίζεται
εμείς συνηθιζόμαστε
εσείς συνηθίζεστε
αυτοί / αυτές / αυτά συνηθίζονται
Παρατατικός
εγώ συνηθιζόμουν
εσύ συνηθιζόσουν
αυτός / αυτή / αυτό συνηθιζόταν
εμείς συνηθιζόμασταν
εσείς συνηθιζόσασταν
αυτοί / αυτές / αυτά συνηθίζονταν
Αόριστος
εγώ συνηθίστηκα
εσύ συνηθίστηκες
αυτός / αυτή / αυτό συνηθίστηκε
εμείς συνηθιστήκαμε
εσείς συνηθιστήκατε
αυτοί / αυτές / αυτά συνηθίστηκαν
Στιγμιαίος μέλλοντας
εγώ θα συνηθιστώ
Στιγμιαία υποτακτική (να-/θα- μορφή)
εγώ συνηθιστώ
εσύ συνηθιστείς
αυτός / αυτή / αυτό συνηθιστεί
εμείς συνηθιστούμε
εσείς συνηθιστείτε
αυτοί / αυτές / αυτά συνηθιστούν
Προστακτική εξακολουθητική
εσείς συνηθίζεστε
Προστακτική στιγμιαία
εσύ συνηθίσου
εσείς συνηθιστείτε
Απαρέμφατο αορίστου
συνηθιστεί

Practice in context

Fill in the verb in real sentences — correct answers count toward the table above.

Practice this verb →

More conjugations

Explore the Ελληνικά dictionary

Look up any Greek word for definitions, equivalents in 94 languages, and more.

Open Dictionary