Conjugation of συνηθίζω
si.niˈθi.zoδίνω σε κάποιον τη συνήθεια να κάνει κάτι, εξασκώ Ver definición completa →
Ενεργητική φωνή
Ενεστώτας
| εγώ | συνηθίζω |
| εσύ | συνηθίζεις |
| αυτός / αυτή / αυτό | συνηθίζει |
| εμείς | συνηθίζουμε |
| εσείς | συνηθίζετε |
| αυτοί / αυτές / αυτά | συνηθίζουν |
Παρατατικός
| εγώ | συνήθιζα |
| εσύ | συνήθιζες |
| αυτός / αυτή / αυτό | συνήθιζε |
| εμείς | συνηθίζαμε |
| εσείς | συνηθίζατε |
| αυτοί / αυτές / αυτά | συνήθιζαν |
Αόριστος
| εγώ | συνήθισα |
| εσύ | συνήθισες |
| αυτός / αυτή / αυτό | συνήθισε |
| εμείς | συνηθίσαμε |
| εσείς | συνηθίσατε |
| αυτοί / αυτές / αυτά | συνήθισαν |
Στιγμιαίος μέλλοντας
| εγώ | θα συνηθίσω |
Στιγμιαία υποτακτική (να-/θα- μορφή)
| εγώ | συνηθίσω |
| εσύ | συνηθίσεις |
| αυτός / αυτή / αυτό | συνηθίσει |
| εμείς | συνηθίσουμε |
| εσείς | συνηθίσετε |
| αυτοί / αυτές / αυτά | συνηθίσουν |
Προστακτική εξακολουθητική
| εσύ | συνήθιζε |
| εσείς | συνηθίζετε |
Προστακτική στιγμιαία
| εσύ | συνήθισε |
| εσείς | συνηθίστε |
Απαρέμφατο αορίστου
| — | συνηθίσει |
Μεσοπαθητική φωνή
Ενεστώτας
| εγώ | συνηθίζομαι |
| εσύ | συνηθίζεσαι |
| αυτός / αυτή / αυτό | συνηθίζεται |
| εμείς | συνηθιζόμαστε |
| εσείς | συνηθίζεστε |
| αυτοί / αυτές / αυτά | συνηθίζονται |
Παρατατικός
| εγώ | συνηθιζόμουν |
| εσύ | συνηθιζόσουν |
| αυτός / αυτή / αυτό | συνηθιζόταν |
| εμείς | συνηθιζόμασταν |
| εσείς | συνηθιζόσασταν |
| αυτοί / αυτές / αυτά | συνηθίζονταν |
Αόριστος
| εγώ | συνηθίστηκα |
| εσύ | συνηθίστηκες |
| αυτός / αυτή / αυτό | συνηθίστηκε |
| εμείς | συνηθιστήκαμε |
| εσείς | συνηθιστήκατε |
| αυτοί / αυτές / αυτά | συνηθίστηκαν |
Στιγμιαίος μέλλοντας
| εγώ | θα συνηθιστώ |
Στιγμιαία υποτακτική (να-/θα- μορφή)
| εγώ | συνηθιστώ |
| εσύ | συνηθιστείς |
| αυτός / αυτή / αυτό | συνηθιστεί |
| εμείς | συνηθιστούμε |
| εσείς | συνηθιστείτε |
| αυτοί / αυτές / αυτά | συνηθιστούν |
Προστακτική εξακολουθητική
| εσείς | συνηθίζεστε |
Προστακτική στιγμιαία
| εσύ | συνηθίσου |
| εσείς | συνηθιστείτε |
Απαρέμφατο αορίστου
| — | συνηθιστεί |
Practice in context
Fill in the verb in real sentences — correct answers count toward the table above.