Conjugation of συνεχίζω
si.neˈçi.zoκάνω κάτι χωρίς διακοπή, χωρίς διαλείμματα ή χωρίς αλλαγή Ver definición completa →
Ενεργητική φωνή
Ενεστώτας
| εγώ | συνεχίζω |
| εσύ | συνεχίζεις |
| αυτός / αυτή / αυτό | συνεχίζει |
| εμείς | συνεχίζουμε |
| εσείς | συνεχίζετε |
| αυτοί / αυτές / αυτά | συνεχίζουν |
Παρατατικός
| εγώ | συνέχιζα |
| εσύ | συνέχιζες |
| αυτός / αυτή / αυτό | συνέχιζε |
| εμείς | συνεχίζαμε |
| εσείς | συνεχίζατε |
| αυτοί / αυτές / αυτά | συνέχιζαν |
Αόριστος
| εγώ | συνέχισα |
| εσύ | συνέχισες |
| αυτός / αυτή / αυτό | συνέχισε |
| εμείς | συνεχίσαμε |
| εσείς | συνεχίσατε |
| αυτοί / αυτές / αυτά | συνέχισαν |
Στιγμιαίος μέλλοντας
| εγώ | θα συνεχίσω |
Στιγμιαία υποτακτική (να-/θα- μορφή)
| εγώ | συνεχίσω |
| εσύ | συνεχίσεις |
| αυτός / αυτή / αυτό | συνεχίσει |
| εμείς | συνεχίσουμε |
| εσείς | συνεχίσετε |
| αυτοί / αυτές / αυτά | συνεχίσουν |
Προστακτική εξακολουθητική
| εσύ | συνέχιζε |
| εσείς | συνεχίζετε |
Προστακτική στιγμιαία
| εσύ | συνέχισε |
| εσείς | συνεχίστε |
Απαρέμφατο αορίστου
| — | συνεχίσει |
Μεσοπαθητική φωνή
Ενεστώτας
| εγώ | συνεχίζομαι |
| εσύ | συνεχίζεσαι |
| αυτός / αυτή / αυτό | συνεχίζεται |
| εμείς | συνεχιζόμαστε |
| εσείς | συνεχίζεστε |
| αυτοί / αυτές / αυτά | συνεχίζονται |
Παρατατικός
| εγώ | συνεχιζόμουν |
| εσύ | συνεχιζόσουν |
| αυτός / αυτή / αυτό | συνεχιζόταν |
| εμείς | συνεχιζόμασταν |
| εσείς | συνεχιζόσασταν |
| αυτοί / αυτές / αυτά | συνεχίζονταν |
Αόριστος
| εγώ | συνεχίστηκα |
| εσύ | συνεχίστηκες |
| αυτός / αυτή / αυτό | συνεχίστηκε |
| εμείς | συνεχιστήκαμε |
| εσείς | συνεχιστήκατε |
| αυτοί / αυτές / αυτά | συνεχίστηκαν |
Στιγμιαίος μέλλοντας
| εγώ | θα συνεχιστώ |
Στιγμιαία υποτακτική (να-/θα- μορφή)
| εγώ | συνεχιστώ |
| εσύ | συνεχιστείς |
| αυτός / αυτή / αυτό | συνεχιστεί |
| εμείς | συνεχιστούμε |
| εσείς | συνεχιστείτε |
| αυτοί / αυτές / αυτά | συνεχιστούν |
Προστακτική εξακολουθητική
| εσείς | συνεχίζεστε |
Προστακτική στιγμιαία
| εσύ | συνεχίσου |
| εσείς | συνεχιστείτε |
Απαρέμφατο αορίστου
| — | συνεχιστεί |