HomeServicesBlogDictionariesContactSpanish Course
← συνεχίζω — definition

Conjugation of συνεχίζω

Regular CEFR C1
si.neˈçi.zo

κάνω κάτι χωρίς διακοπή, χωρίς διαλείμματα ή χωρίς αλλαγή Ver definición completa →

Ενεργητική φωνή

Ενεστώτας
εγώ συνεχίζω
εσύ συνεχίζεις
αυτός / αυτή / αυτό συνεχίζει
εμείς συνεχίζουμε
εσείς συνεχίζετε
αυτοί / αυτές / αυτά συνεχίζουν
Παρατατικός
εγώ συνέχιζα
εσύ συνέχιζες
αυτός / αυτή / αυτό συνέχιζε
εμείς συνεχίζαμε
εσείς συνεχίζατε
αυτοί / αυτές / αυτά συνέχιζαν
Αόριστος
εγώ συνέχισα
εσύ συνέχισες
αυτός / αυτή / αυτό συνέχισε
εμείς συνεχίσαμε
εσείς συνεχίσατε
αυτοί / αυτές / αυτά συνέχισαν
Στιγμιαίος μέλλοντας
εγώ θα συνεχίσω
Στιγμιαία υποτακτική (να-/θα- μορφή)
εγώ συνεχίσω
εσύ συνεχίσεις
αυτός / αυτή / αυτό συνεχίσει
εμείς συνεχίσουμε
εσείς συνεχίσετε
αυτοί / αυτές / αυτά συνεχίσουν
Προστακτική εξακολουθητική
εσύ συνέχιζε
εσείς συνεχίζετε
Προστακτική στιγμιαία
εσύ συνέχισε
εσείς συνεχίστε
Απαρέμφατο αορίστου
συνεχίσει

Μεσοπαθητική φωνή

Ενεστώτας
εγώ συνεχίζομαι
εσύ συνεχίζεσαι
αυτός / αυτή / αυτό συνεχίζεται
εμείς συνεχιζόμαστε
εσείς συνεχίζεστε
αυτοί / αυτές / αυτά συνεχίζονται
Παρατατικός
εγώ συνεχιζόμουν
εσύ συνεχιζόσουν
αυτός / αυτή / αυτό συνεχιζόταν
εμείς συνεχιζόμασταν
εσείς συνεχιζόσασταν
αυτοί / αυτές / αυτά συνεχίζονταν
Αόριστος
εγώ συνεχίστηκα
εσύ συνεχίστηκες
αυτός / αυτή / αυτό συνεχίστηκε
εμείς συνεχιστήκαμε
εσείς συνεχιστήκατε
αυτοί / αυτές / αυτά συνεχίστηκαν
Στιγμιαίος μέλλοντας
εγώ θα συνεχιστώ
Στιγμιαία υποτακτική (να-/θα- μορφή)
εγώ συνεχιστώ
εσύ συνεχιστείς
αυτός / αυτή / αυτό συνεχιστεί
εμείς συνεχιστούμε
εσείς συνεχιστείτε
αυτοί / αυτές / αυτά συνεχιστούν
Προστακτική εξακολουθητική
εσείς συνεχίζεστε
Προστακτική στιγμιαία
εσύ συνεχίσου
εσείς συνεχιστείτε
Απαρέμφατο αορίστου
συνεχιστεί

Practice this verb →

More conjugations

Explore the Ελληνικά dictionary

Look up any Greek word for definitions, equivalents in 94 languages, and more.

Open Dictionary