Conjugation of συνδυάζω
sin.ðiˈa.zoταιριάζω ή ενώνω μεταξύ τους ή τοποθετώ μαζί δύο (ή περισσότερα) στοιχεία που κανονικά δεν ταιριάζουν ή είναι αντίθετα Ver definición completa →
Ενεργητική φωνή
Ενεστώτας
| εγώ | συνδυάζω |
| εσύ | συνδυάζεις |
| αυτός / αυτή / αυτό | συνδυάζει |
| εμείς | συνδυάζουμε |
| εσείς | συνδυάζετε |
| αυτοί / αυτές / αυτά | συνδυάζουν |
Παρατατικός
| εγώ | συνδύαζα |
| εσύ | συνδύαζες |
| αυτός / αυτή / αυτό | συνδύαζε |
| εμείς | συνδυάζαμε |
| εσείς | συνδυάζατε |
| αυτοί / αυτές / αυτά | συνδύαζαν |
Αόριστος
| εγώ | συνδύασα |
| εσύ | συνδύασες |
| αυτός / αυτή / αυτό | συνδύασε |
| εμείς | συνδυάσαμε |
| εσείς | συνδυάσατε |
| αυτοί / αυτές / αυτά | συνδύασαν |
Στιγμιαίος μέλλοντας
| εγώ | θα συνδυάσω |
Στιγμιαία υποτακτική (να-/θα- μορφή)
| εγώ | συνδυάσω |
| εσύ | συνδυάσεις |
| αυτός / αυτή / αυτό | συνδυάσει |
| εμείς | συνδυάσουμε |
| εσείς | συνδυάσετε |
| αυτοί / αυτές / αυτά | συνδυάσουν |
Προστακτική εξακολουθητική
| εσύ | συνδύαζε |
| εσείς | συνδυάζετε |
Προστακτική στιγμιαία
| εσύ | συνδύασε |
| εσείς | συνδυάστε |
Απαρέμφατο αορίστου
| — | συνδυάσει |
Μεσοπαθητική φωνή
Ενεστώτας
| εγώ | συνδυάζομαι |
| εσύ | συνδυάζεσαι |
| αυτός / αυτή / αυτό | συνδυάζεται |
| εμείς | συνδυαζόμαστε |
| εσείς | συνδυάζεστε |
| αυτοί / αυτές / αυτά | συνδυάζονται |
Παρατατικός
| εγώ | συνδυαζόμουν |
| εσύ | συνδυαζόσουν |
| αυτός / αυτή / αυτό | συνδυαζόταν |
| εμείς | συνδυαζόμασταν |
| εσείς | συνδυαζόσασταν |
| αυτοί / αυτές / αυτά | συνδυάζονταν |
Αόριστος
| εγώ | συνδυάστηκα |
| εσύ | συνδυάστηκες |
| αυτός / αυτή / αυτό | συνδυάστηκε |
| εμείς | συνδυαστήκαμε |
| εσείς | συνδυαστήκατε |
| αυτοί / αυτές / αυτά | συνδυάστηκαν |
Στιγμιαίος μέλλοντας
| εγώ | θα συνδυαστώ |
Στιγμιαία υποτακτική (να-/θα- μορφή)
| εγώ | συνδυαστώ |
| εσύ | συνδυαστείς |
| αυτός / αυτή / αυτό | συνδυαστεί |
| εμείς | συνδυαστούμε |
| εσείς | συνδυαστείτε |
| αυτοί / αυτές / αυτά | συνδυαστούν |
Προστακτική εξακολουθητική
| εσείς | συνδυάζεστε |
Προστακτική στιγμιαία
| εσύ | συνδυάσου |
| εσείς | συνδυαστείτε |
Απαρέμφατο αορίστου
| — | συνδυαστεί |