Conjugation of συναρπάζω
si.naɾˈpa.zoγοητεύω κάποιον σε μεγάλο βαθμό, τον συνεπαίρνω και τον ενθουσιάζω τόσο, ώστε να προσέχει μόνο κάποιο θέμα ή αντικείμενο που βλέπει, ακούει ή διαβάζει, και τίποτε άλλο Ver definición completa →
Ενεργητική φωνή
Ενεστώτας
| εγώ | συναρπάζω |
| εσύ | συναρπάζεις |
| αυτός / αυτή / αυτό | συναρπάζει |
| εμείς | συναρπάζουμε |
| εσείς | συναρπάζετε |
| αυτοί / αυτές / αυτά | συναρπάζουν |
Παρατατικός
| εγώ | συνάρπαζα |
| εσύ | συνάρπαζες |
| αυτός / αυτή / αυτό | συνάρπαζε |
| εμείς | συναρπάζαμε |
| εσείς | συναρπάζατε |
| αυτοί / αυτές / αυτά | συνάρπαζαν |
Αόριστος
| εγώ | συνάρπασα |
| εσύ | συνάρπασες |
| αυτός / αυτή / αυτό | συνάρπασε |
| εμείς | συναρπάσαμε |
| εσείς | συναρπάσατε |
| αυτοί / αυτές / αυτά | συνάρπασαν |
Στιγμιαίος μέλλοντας
| εγώ | θα συναρπάσω |
Στιγμιαία υποτακτική (να-/θα- μορφή)
| εγώ | συναρπάσω |
| εσύ | συναρπάσεις |
| αυτός / αυτή / αυτό | συναρπάσει |
| εμείς | συναρπάσουμε |
| εσείς | συναρπάσετε |
| αυτοί / αυτές / αυτά | συναρπάσουν |
Προστακτική εξακολουθητική
| εσύ | συνάρπαζε |
| εσείς | συναρπάζετε |
Προστακτική στιγμιαία
| εσύ | συνάρπασε |
| εσείς | συναρπάστε |
Απαρέμφατο αορίστου
| — | συναρπάσει |
Μεσοπαθητική φωνή
Ενεστώτας
| εγώ | συναρπάζομαι |
| εσύ | συναρπάζεσαι |
| αυτός / αυτή / αυτό | συναρπάζεται |
| εμείς | συναρπαζόμαστε |
| εσείς | συναρπάζεστε |
| αυτοί / αυτές / αυτά | συναρπάζονται |
Παρατατικός
| εγώ | συναρπαζόμουν |
| εσύ | συναρπαζόσουν |
| αυτός / αυτή / αυτό | συναρπαζόταν |
| εμείς | συναρπαζόμασταν |
| εσείς | συναρπαζόσασταν |
| αυτοί / αυτές / αυτά | συναρπάζονταν |
Αόριστος
| εγώ | συναρπάστηκα |
| εσύ | συναρπάστηκες |
| αυτός / αυτή / αυτό | συναρπάστηκε |
| εμείς | συναρπαστήκαμε |
| εσείς | συναρπαστήκατε |
| αυτοί / αυτές / αυτά | συναρπάστηκαν |
Στιγμιαίος μέλλοντας
| εγώ | θα συναρπαστώ |
Στιγμιαία υποτακτική (να-/θα- μορφή)
| εγώ | συναρπαστώ |
| εσύ | συναρπαστείς |
| αυτός / αυτή / αυτό | συναρπαστεί |
| εμείς | συναρπαστούμε |
| εσείς | συναρπαστείτε |
| αυτοί / αυτές / αυτά | συναρπαστούν |
Προστακτική εξακολουθητική
| εσείς | συναρπάζεστε |
Προστακτική στιγμιαία
| εσύ | συναρπάσου |
| εσείς | συναρπαστείτε |
Απαρέμφατο αορίστου
| — | συναρπαστεί |