Conjugation of συναντάω
si.nanˈda.oπηγαίνω και βρίσκω κάποιον ή κάτι σε προκαθορισμένο τόπο και χρόνο Ver definición completa →
Ενεργητική φωνή
Ενεστώτας
| εγώ | συναντάω |
| εσύ | συναντάς |
| αυτός / αυτή / αυτό | συναντάει |
| εμείς | συναντάμε |
| εσείς | συναντάτε |
| αυτοί / αυτές / αυτά | συναντάνε |
Παρατατικός
| εγώ | συναντούσα |
| εσύ | συναντούσες |
| αυτός / αυτή / αυτό | συναντούσε |
| εμείς | συναντούσαμε |
| εσείς | συναντούσατε |
| αυτοί / αυτές / αυτά | συναντούσαν |
Αόριστος
| εγώ | συνάντησα |
| εσύ | συνάντησες |
| αυτός / αυτή / αυτό | συνάντησε |
| εμείς | συναντήσαμε |
| εσείς | συναντήσατε |
| αυτοί / αυτές / αυτά | συνάντησαν |
Στιγμιαίος μέλλοντας
| εγώ | θα συναντήσω |
Στιγμιαία υποτακτική (να-/θα- μορφή)
| εγώ | συναντήσω |
| εσύ | συναντήσεις |
| αυτός / αυτή / αυτό | συναντήσει |
| εμείς | συναντήσουμε |
| εσείς | συναντήσετε |
| αυτοί / αυτές / αυτά | συναντήσουν |
Προστακτική εξακολουθητική
| εσύ | συνάνταγε |
| εσείς | συναντάτε |
Προστακτική στιγμιαία
| εσύ | συνάντησε |
| εσείς | συναντήστε |
Απαρέμφατο αορίστου
| — | συναντήσει |
Μεσοπαθητική φωνή
Ενεστώτας
| εγώ | συναντιέμαι - συναντώμαι |
| εσύ | συναντιέσαι - συναντάσαι |
| αυτός / αυτή / αυτό | συναντιέται - συναντάται |
| εμείς | συναντιόμαστε - συναντόμαστε |
| εσείς | συναντιέστε |
| αυτοί / αυτές / αυτά | συναντιούνται |
Παρατατικός
| εγώ | συναντιόμουν - — |
| εσύ | συναντιόσουν - — |
| αυτός / αυτή / αυτό | συναντιόταν - {συναντάτο} |
| εμείς | συναντιόμασταν |
| εσείς | συναντιόσασταν |
| αυτοί / αυτές / αυτά | συναντιόνταν |
Αόριστος
| εγώ | συναντήθηκα |
| εσύ | συναντήθηκες |
| αυτός / αυτή / αυτό | συναντήθηκε |
| εμείς | συναντηθήκαμε |
| εσείς | συναντηθήκατε |
| αυτοί / αυτές / αυτά | συναντήθηκαν |
Στιγμιαίος μέλλοντας
| εγώ | θα συναντηθώ |
Στιγμιαία υποτακτική (να-/θα- μορφή)
| εγώ | συναντηθώ |
| εσύ | συναντηθείς |
| αυτός / αυτή / αυτό | συναντηθεί |
| εμείς | συναντηθούμε |
| εσείς | συναντηθείτε |
| αυτοί / αυτές / αυτά | συναντηθούν |
Προστακτική εξακολουθητική
| εσείς | συναντιέστε - συναντάστε |
Προστακτική στιγμιαία
| εσύ | συναντήσου |
| εσείς | συναντηθείτε |
Απαρέμφατο αορίστου
| — | συναντηθεί |
Practice in context
Fill in the verb in real sentences — correct answers count toward the table above.