HomeServicesBlogDictionariesContactSpanish Course
← συμπαθώ — definition

Conjugation of συμπαθώ

Regular CEFR B2
sim.baˈθo

αισθάνομαι ή εκφράζω συμπάθεια για κάποιο πρόσωπο Ver definición completa →

Ενεργητική φωνή

Ενεστώτας
εγώ συμπαθώ¹ - συμπαθάω
εσύ συμπαθείς - συμπαθάς
αυτός / αυτή / αυτό συμπαθεί - συμπαθάει
εμείς συμπαθούμε - συμπαθάμε
εσείς συμπαθείτε - συμπαθάτε
αυτοί / αυτές / αυτά συμπαθούν - συμπαθάνε
Παρατατικός
εγώ συμπαθούσα¹ - συμπάθαγα
εσύ συμπαθούσες
αυτός / αυτή / αυτό συμπαθούσε
εμείς συμπαθούσαμε
εσείς συμπαθούσατε
αυτοί / αυτές / αυτά συμπαθούσαν
Αόριστος
εγώ συμπάθησα
εσύ συμπάθησες
αυτός / αυτή / αυτό συμπάθησε
εμείς συμπαθήσαμε
εσείς συμπαθήσατε
αυτοί / αυτές / αυτά συμπάθησαν
Στιγμιαίος μέλλοντας
εγώ θα συμπαθήσω
Στιγμιαία υποτακτική (να-/θα- μορφή)
εγώ συμπαθήσω
εσύ συμπαθήσεις
αυτός / αυτή / αυτό συμπαθήσει
εμείς συμπαθήσουμε
εσείς συμπαθήσετε
αυτοί / αυτές / αυτά συμπαθήσουν
Προστακτική εξακολουθητική
εσύ συμπάθα
εσείς συμπαθείτε¹ - συμπαθάτε
Προστακτική στιγμιαία
εσύ συμπάθησε¹ - συμπάθα
εσείς συμπαθήστε
Απαρέμφατο αορίστου
συμπαθήσει

Μεσοπαθητική φωνή

Ενεστώτας
εγώ συμπαθιέμαι
εσύ συμπαθιέσαι
αυτός / αυτή / αυτό συμπαθιέται
εμείς συμπαθιόμαστε
εσείς συμπαθιέστε
αυτοί / αυτές / αυτά συμπαθιούνται
Παρατατικός
εγώ συμπαθιόμουν
εσύ συμπαθιόσουν
αυτός / αυτή / αυτό συμπαθιόταν
εμείς συμπαθιόμασταν
εσείς συμπαθιόσασταν
αυτοί / αυτές / αυτά συμπαθιόνταν
Αόριστος
εγώ συμπαθήθηκα
εσύ συμπαθήθηκες
αυτός / αυτή / αυτό συμπαθήθηκε
εμείς συμπαθηθήκαμε
εσείς συμπαθηθήκατε
αυτοί / αυτές / αυτά συμπαθήθηκαν
Στιγμιαίος μέλλοντας
εγώ θα συμπαθηθώ
Στιγμιαία υποτακτική (να-/θα- μορφή)
εγώ συμπαθηθώ
εσύ συμπαθηθείς
αυτός / αυτή / αυτό συμπαθηθεί
εμείς συμπαθηθούμε
εσείς συμπαθηθείτε
αυτοί / αυτές / αυτά συμπαθηθούν
Προστακτική εξακολουθητική
εσείς συμπαθιέστε
Προστακτική στιγμιαία
εσύ συμπαθήσου
εσείς συμπαθηθείτε
Απαρέμφατο αορίστου
συμπαθηθεί

Practice this verb →

More conjugations

Explore the Ελληνικά dictionary

Look up any Greek word for definitions, equivalents in 94 languages, and more.

Open Dictionary