Conjugation of συμπαθώ
sim.baˈθoαισθάνομαι ή εκφράζω συμπάθεια για κάποιο πρόσωπο Ver definición completa →
Ενεργητική φωνή
Ενεστώτας
| εγώ | συμπαθώ¹ - συμπαθάω |
| εσύ | συμπαθείς - συμπαθάς |
| αυτός / αυτή / αυτό | συμπαθεί - συμπαθάει |
| εμείς | συμπαθούμε - συμπαθάμε |
| εσείς | συμπαθείτε - συμπαθάτε |
| αυτοί / αυτές / αυτά | συμπαθούν - συμπαθάνε |
Παρατατικός
| εγώ | συμπαθούσα¹ - συμπάθαγα |
| εσύ | συμπαθούσες |
| αυτός / αυτή / αυτό | συμπαθούσε |
| εμείς | συμπαθούσαμε |
| εσείς | συμπαθούσατε |
| αυτοί / αυτές / αυτά | συμπαθούσαν |
Αόριστος
| εγώ | συμπάθησα |
| εσύ | συμπάθησες |
| αυτός / αυτή / αυτό | συμπάθησε |
| εμείς | συμπαθήσαμε |
| εσείς | συμπαθήσατε |
| αυτοί / αυτές / αυτά | συμπάθησαν |
Στιγμιαίος μέλλοντας
| εγώ | θα συμπαθήσω |
Στιγμιαία υποτακτική (να-/θα- μορφή)
| εγώ | συμπαθήσω |
| εσύ | συμπαθήσεις |
| αυτός / αυτή / αυτό | συμπαθήσει |
| εμείς | συμπαθήσουμε |
| εσείς | συμπαθήσετε |
| αυτοί / αυτές / αυτά | συμπαθήσουν |
Προστακτική εξακολουθητική
| εσύ | συμπάθα |
| εσείς | συμπαθείτε¹ - συμπαθάτε |
Προστακτική στιγμιαία
| εσύ | συμπάθησε¹ - συμπάθα |
| εσείς | συμπαθήστε |
Απαρέμφατο αορίστου
| — | συμπαθήσει |
Μεσοπαθητική φωνή
Ενεστώτας
| εγώ | συμπαθιέμαι |
| εσύ | συμπαθιέσαι |
| αυτός / αυτή / αυτό | συμπαθιέται |
| εμείς | συμπαθιόμαστε |
| εσείς | συμπαθιέστε |
| αυτοί / αυτές / αυτά | συμπαθιούνται |
Παρατατικός
| εγώ | συμπαθιόμουν |
| εσύ | συμπαθιόσουν |
| αυτός / αυτή / αυτό | συμπαθιόταν |
| εμείς | συμπαθιόμασταν |
| εσείς | συμπαθιόσασταν |
| αυτοί / αυτές / αυτά | συμπαθιόνταν |
Αόριστος
| εγώ | συμπαθήθηκα |
| εσύ | συμπαθήθηκες |
| αυτός / αυτή / αυτό | συμπαθήθηκε |
| εμείς | συμπαθηθήκαμε |
| εσείς | συμπαθηθήκατε |
| αυτοί / αυτές / αυτά | συμπαθήθηκαν |
Στιγμιαίος μέλλοντας
| εγώ | θα συμπαθηθώ |
Στιγμιαία υποτακτική (να-/θα- μορφή)
| εγώ | συμπαθηθώ |
| εσύ | συμπαθηθείς |
| αυτός / αυτή / αυτό | συμπαθηθεί |
| εμείς | συμπαθηθούμε |
| εσείς | συμπαθηθείτε |
| αυτοί / αυτές / αυτά | συμπαθηθούν |
Προστακτική εξακολουθητική
| εσείς | συμπαθιέστε |
Προστακτική στιγμιαία
| εσύ | συμπαθήσου |
| εσείς | συμπαθηθείτε |
Απαρέμφατο αορίστου
| — | συμπαθηθεί |