Conjugation of συμμετέχω
si.meˈte.xoπαρίσταμαι σε ενέργειες, εκδηλώσεις κ.λπ. Ver definición completa →
Ενεργητική φωνή
Ενεστώτας
| εγώ | συμμετέχω |
| εσύ | συμμετέχεις |
| αυτός / αυτή / αυτό | συμμετέχει |
| εμείς | συμμετέχουμε |
| εσείς | συμμετέχετε |
| αυτοί / αυτές / αυτά | συμμετέχουν |
Παρατατικός
| εγώ | συμμετείχα |
| εσύ | συμμετείχες |
| αυτός / αυτή / αυτό | συμμετείχε |
| εμείς | συμμετέχαμε |
| εσείς | συμμετέχατε |
| αυτοί / αυτές / αυτά | συμμετείχαν[ε] |
Αόριστος
| εγώ | συμμετείχα |
| εσύ | συμμετείχες |
| αυτός / αυτή / αυτό | συμμμετείχε |
| εμείς | συμμετάσχαμε |
| εσείς | συμμετάσχατε |
| αυτοί / αυτές / αυτά | συμμετείχαν |
Στιγμιαίος μέλλοντας
| εγώ | θα συμμετάσχω |
Στιγμιαία υποτακτική (να-/θα- μορφή)
| εγώ | συμμετάσχω |
| εσύ | συμμετάσχεις |
| αυτός / αυτή / αυτό | συμμετάσχει |
| εμείς | συμμετάσχουμε |
| εσείς | συμμετάσχετε |
| αυτοί / αυτές / αυτά | συμμετάσχουν[ε] |
Προστακτική εξακολουθητική
| εσείς | συμμετέχετε |
Προστακτική στιγμιαία
| εσείς | συμμετάσχτε |
Απαρέμφατο αορίστου
| — | συμμετάσχει |