HomeServicesBlogDictionariesContactSpanish Course
← συμμετέχω — definition

Conjugation of συμμετέχω

Regular CEFR C1
si.meˈte.xo

παρίσταμαι σε ενέργειες, εκδηλώσεις κ.λπ. Ver definición completa →

Ενεργητική φωνή

Ενεστώτας
εγώ συμμετέχω
εσύ συμμετέχεις
αυτός / αυτή / αυτό συμμετέχει
εμείς συμμετέχουμε
εσείς συμμετέχετε
αυτοί / αυτές / αυτά συμμετέχουν
Παρατατικός
εγώ συμμετείχα
εσύ συμμετείχες
αυτός / αυτή / αυτό συμμετείχε
εμείς συμμετέχαμε
εσείς συμμετέχατε
αυτοί / αυτές / αυτά συμμετείχαν[ε]
Αόριστος
εγώ συμμετείχα
εσύ συμμετείχες
αυτός / αυτή / αυτό συμμμετείχε
εμείς συμμετάσχαμε
εσείς συμμετάσχατε
αυτοί / αυτές / αυτά συμμετείχαν
Στιγμιαίος μέλλοντας
εγώ θα συμμετάσχω
Στιγμιαία υποτακτική (να-/θα- μορφή)
εγώ συμμετάσχω
εσύ συμμετάσχεις
αυτός / αυτή / αυτό συμμετάσχει
εμείς συμμετάσχουμε
εσείς συμμετάσχετε
αυτοί / αυτές / αυτά συμμετάσχουν[ε]
Προστακτική εξακολουθητική
εσείς συμμετέχετε
Προστακτική στιγμιαία
εσείς συμμετάσχτε
Απαρέμφατο αορίστου
συμμετάσχει

Practice this verb →

More conjugations

Explore the Ελληνικά dictionary

Look up any Greek word for definitions, equivalents in 94 languages, and more.

Open Dictionary