HomeServicesBlogDictionariesContactSpanish Course
← συλλέγω — definition

Conjugation of συλλέγω

Regular CEFR C2
siˈle.ɣo

συγκεντρώνω ομοειδή πράγματα συστηματικά ως ασχολία Ver definición completa →

Ενεργητική φωνή

Ενεστώτας
εγώ συλλέγω
εσύ συλλέγεις
αυτός / αυτή / αυτό συλλέγει
εμείς συλλέγουμε
εσείς συλλέγετε
αυτοί / αυτές / αυτά συλλέγουν
Παρατατικός
εγώ συνέλεγα
εσύ συνέλεγες
αυτός / αυτή / αυτό συνέλεγε
εμείς συλλέγαμε
εσείς συλλέγατε
αυτοί / αυτές / αυτά συνέλεγαν
Αόριστος
εγώ συνέλεξα
εσύ συνέλεξες
αυτός / αυτή / αυτό συνέλεξε
εμείς συλλέξαμε
εσείς συλλέξατε
αυτοί / αυτές / αυτά συνέλεξαν
Στιγμιαίος μέλλοντας
εγώ θα συλλέξω
Στιγμιαία υποτακτική (να-/θα- μορφή)
εγώ συλλέξω
εσύ συλλέξεις
αυτός / αυτή / αυτό συλλέξει
εμείς συλλέξουμε
εσείς συλλέξετε
αυτοί / αυτές / αυτά συλλέξουν
Προστακτική εξακολουθητική
εσείς συλλέγετε
Προστακτική στιγμιαία
εσείς συλλέξτε
Απαρέμφατο αορίστου
συλλέξει

Μεσοπαθητική φωνή

Ενεστώτας
εγώ συλλέγομαι
εσύ συλλέγεσαι
αυτός / αυτή / αυτό συλλέγεται
εμείς συλλεγόμαστε
εσείς συλλέγεστε
αυτοί / αυτές / αυτά συλλέγονται
Παρατατικός
εγώ συλλεγόμουν
εσύ συλλεγόσουν
αυτός / αυτή / αυτό συλλεγόταν
εμείς συλλεγόμασταν
εσείς συλλεγόσασταν
αυτοί / αυτές / αυτά συλλέγονταν
Αόριστος
εγώ συλλέχθηκα
εσύ συλλέχθηκες
αυτός / αυτή / αυτό συλλέχθηκε
εμείς συλλεχθήκαμε
εσείς συλλεχθήκατε
αυτοί / αυτές / αυτά συλλέχθηκαν
Στιγμιαίος μέλλοντας
εγώ θα συλλεχθώ
Στιγμιαία υποτακτική (να-/θα- μορφή)
εγώ συλλεχθώ
εσύ συλλεχθείς
αυτός / αυτή / αυτό συλλεχθεί
εμείς συλλεχθούμε
εσείς συλλεχθείτε
αυτοί / αυτές / αυτά συλλεχθούν
Προστακτική εξακολουθητική
εσείς συλλέγεστε
Προστακτική στιγμιαία
εσύ συλλέξου
εσείς συλλεχθείτε
Απαρέμφατο αορίστου
συλλεχθεί

Practice this verb →

More conjugations

Explore the Ελληνικά dictionary

Look up any Greek word for definitions, equivalents in 94 languages, and more.

Open Dictionary