Conjugation of συλλέγω
siˈle.ɣoσυγκεντρώνω ομοειδή πράγματα συστηματικά ως ασχολία Ver definición completa →
Ενεργητική φωνή
Ενεστώτας
| εγώ | συλλέγω |
| εσύ | συλλέγεις |
| αυτός / αυτή / αυτό | συλλέγει |
| εμείς | συλλέγουμε |
| εσείς | συλλέγετε |
| αυτοί / αυτές / αυτά | συλλέγουν |
Παρατατικός
| εγώ | συνέλεγα |
| εσύ | συνέλεγες |
| αυτός / αυτή / αυτό | συνέλεγε |
| εμείς | συλλέγαμε |
| εσείς | συλλέγατε |
| αυτοί / αυτές / αυτά | συνέλεγαν |
Αόριστος
| εγώ | συνέλεξα |
| εσύ | συνέλεξες |
| αυτός / αυτή / αυτό | συνέλεξε |
| εμείς | συλλέξαμε |
| εσείς | συλλέξατε |
| αυτοί / αυτές / αυτά | συνέλεξαν |
Στιγμιαίος μέλλοντας
| εγώ | θα συλλέξω |
Στιγμιαία υποτακτική (να-/θα- μορφή)
| εγώ | συλλέξω |
| εσύ | συλλέξεις |
| αυτός / αυτή / αυτό | συλλέξει |
| εμείς | συλλέξουμε |
| εσείς | συλλέξετε |
| αυτοί / αυτές / αυτά | συλλέξουν |
Προστακτική εξακολουθητική
| εσείς | συλλέγετε |
Προστακτική στιγμιαία
| εσείς | συλλέξτε |
Απαρέμφατο αορίστου
| — | συλλέξει |
Μεσοπαθητική φωνή
Ενεστώτας
| εγώ | συλλέγομαι |
| εσύ | συλλέγεσαι |
| αυτός / αυτή / αυτό | συλλέγεται |
| εμείς | συλλεγόμαστε |
| εσείς | συλλέγεστε |
| αυτοί / αυτές / αυτά | συλλέγονται |
Παρατατικός
| εγώ | συλλεγόμουν |
| εσύ | συλλεγόσουν |
| αυτός / αυτή / αυτό | συλλεγόταν |
| εμείς | συλλεγόμασταν |
| εσείς | συλλεγόσασταν |
| αυτοί / αυτές / αυτά | συλλέγονταν |
Αόριστος
| εγώ | συλλέχθηκα |
| εσύ | συλλέχθηκες |
| αυτός / αυτή / αυτό | συλλέχθηκε |
| εμείς | συλλεχθήκαμε |
| εσείς | συλλεχθήκατε |
| αυτοί / αυτές / αυτά | συλλέχθηκαν |
Στιγμιαίος μέλλοντας
| εγώ | θα συλλεχθώ |
Στιγμιαία υποτακτική (να-/θα- μορφή)
| εγώ | συλλεχθώ |
| εσύ | συλλεχθείς |
| αυτός / αυτή / αυτό | συλλεχθεί |
| εμείς | συλλεχθούμε |
| εσείς | συλλεχθείτε |
| αυτοί / αυτές / αυτά | συλλεχθούν |
Προστακτική εξακολουθητική
| εσείς | συλλέγεστε |
Προστακτική στιγμιαία
| εσύ | συλλέξου |
| εσείς | συλλεχθείτε |
Απαρέμφατο αορίστου
| — | συλλεχθεί |