Conjugation of συκοφαντώ
si.ko.fanˈdoto slander, to calumniate, to defame Ver definición completa →
Ενεργητική φωνή
Ενεστώτας
| εγώ | συκοφαντώ |
| εσύ | συκοφαντείς |
| αυτός / αυτή / αυτό | συκοφαντεί |
| εμείς | συκοφαντούμε |
| εσείς | συκοφαντείτε |
| αυτοί / αυτές / αυτά | συκοφαντούν |
Παρατατικός
| εγώ | συκοφαντούσα |
| εσύ | συκοφαντούσες |
| αυτός / αυτή / αυτό | συκοφαντούσε |
| εμείς | συκοφαντούσαμε |
| εσείς | συκοφαντούσατε |
| αυτοί / αυτές / αυτά | συκοφαντούσαν |
Αόριστος
| εγώ | συκοφάντησα |
| εσύ | συκοφάντησες |
| αυτός / αυτή / αυτό | συκοφάντησε |
| εμείς | συκοφαντήσαμε |
| εσείς | συκοφαντήσατε |
| αυτοί / αυτές / αυτά | συκοφάντησαν |
Στιγμιαίος μέλλοντας
| εγώ | θα συκοφαντήσω |
Στιγμιαία υποτακτική (να-/θα- μορφή)
| εγώ | συκοφαντήσω |
| εσύ | συκοφαντήσεις |
| αυτός / αυτή / αυτό | συκοφαντήσει |
| εμείς | συκοφαντήσουμε |
| εσείς | συκοφαντήσετε |
| αυτοί / αυτές / αυτά | συκοφαντήσουν |
Προστακτική εξακολουθητική
| εσείς | συκοφαντείτε |
Προστακτική στιγμιαία
| εσύ | συκοφάντησε |
| εσείς | συκοφαντήστε |
Απαρέμφατο αορίστου
| — | συκοφαντήσει |
Μεσοπαθητική φωνή
Ενεστώτας
| εγώ | συκοφαντούμαι |
| εσύ | συκοφαντείσαι |
| αυτός / αυτή / αυτό | συκοφαντείται |
| εμείς | συκοφαντούμαστε |
| εσείς | συκοφαντείστε |
| αυτοί / αυτές / αυτά | συκοφαντούνται |
Παρατατικός
| αυτός / αυτή / αυτό | συκοφαντούνταν |
| εμείς | συκοφαντούμασταν |
| εσείς | [συκοφαντούσασταν, (‑ούσαστε)] |
| αυτοί / αυτές / αυτά | συκοφαντούνταν |
Αόριστος
| εγώ | συκοφαντήθηκα |
| εσύ | συκοφαντήθηκες |
| αυτός / αυτή / αυτό | συκοφαντήθηκε |
| εμείς | συκοφαντηθήκαμε |
| εσείς | συκοφαντηθήκατε |
| αυτοί / αυτές / αυτά | συκοφαντήθηκαν |
Στιγμιαίος μέλλοντας
| εγώ | θα συκοφαντηθώ |
Στιγμιαία υποτακτική (να-/θα- μορφή)
| εγώ | συκοφαντηθώ |
| εσύ | συκοφαντηθείς |
| αυτός / αυτή / αυτό | συκοφαντηθεί |
| εμείς | συκοφαντηθούμε |
| εσείς | συκοφαντηθείτε |
| αυτοί / αυτές / αυτά | συκοφαντηθούν |
Προστακτική εξακολουθητική
| εσείς | συκοφαντείστε |
Προστακτική στιγμιαία
| εσύ | συκοφαντήσου |
| εσείς | συκοφαντηθείτε |
Απαρέμφατο αορίστου
| — | συκοφαντηθεί |