HomeServicesBlogDictionariesContactSpanish Course
← συζητάω — definition

Conjugation of συζητάω

Regular CEFR C2
si.ziˈta.o

ασυναίρετη μορφή του συζητώ Ver definición completa →

Ενεργητική φωνή

Ενεστώτας
εγώ συζητάω
εσύ συζητάς - συζητείς
αυτός / αυτή / αυτό συζητάει
εμείς συζητάμε
εσείς συζητάτε - συζητείτε
αυτοί / αυτές / αυτά συζητάνε
Παρατατικός
εγώ συζητούσα
εσύ συζητούσες
αυτός / αυτή / αυτό συζητούσε
εμείς συζητούσαμε
εσείς συζητούσατε
αυτοί / αυτές / αυτά συζητούσαν
Αόριστος
εγώ συζήτησα
εσύ συζήτησες
αυτός / αυτή / αυτό συζήτησε
εμείς συζητήσαμε
εσείς συζητήσατε
αυτοί / αυτές / αυτά συζήτησαν
Στιγμιαίος μέλλοντας
εγώ θα συζητήσω
Στιγμιαία υποτακτική (να-/θα- μορφή)
εγώ συζητήσω
εσύ συζητήσεις
αυτός / αυτή / αυτό συζητήσει
εμείς συζητήσουμε
εσείς συζητήσετε
αυτοί / αυτές / αυτά συζητήσουν
Προστακτική εξακολουθητική
εσύ συζήτα
εσείς συζητάτε - συζητείτε
Προστακτική στιγμιαία
εσύ συζήτησε
εσείς συζητήστε
Απαρέμφατο αορίστου
συζητήσει

Μεσοπαθητική φωνή

Ενεστώτας
εγώ συζητιέμαι - συζητούμαι
εσύ συζητιέσαι - συζητείσαι
αυτός / αυτή / αυτό συζητιέται - συζητείται
εμείς συζητιόμαστε - συζητούμαστε
εσείς συζητιέστε
αυτοί / αυτές / αυτά συζητιούνται
Παρατατικός
εγώ συζητιόμουν - [συζητούμουν]¹
εσύ συζητιόσουν - [συζητούσουν]
αυτός / αυτή / αυτό συζητιόταν - συζητούνταν
εμείς συζητιόμασταν
εσείς συζητιόσασταν
αυτοί / αυτές / αυτά συζητιόνταν
Αόριστος
εγώ συζητήθηκα
εσύ συζητήθηκες
αυτός / αυτή / αυτό συζητήθηκε
εμείς συζητηθήκαμε
εσείς συζητηθήκατε
αυτοί / αυτές / αυτά συζητήθηκαν
Στιγμιαίος μέλλοντας
εγώ θα συζητηθώ
Στιγμιαία υποτακτική (να-/θα- μορφή)
εγώ συζητηθώ
εσύ συζητηθείς
αυτός / αυτή / αυτό συζητηθεί
εμείς συζητηθούμε
εσείς συζητηθείτε
αυτοί / αυτές / αυτά συζητηθούν
Προστακτική εξακολουθητική
εσείς συζητιέστε - συζητείστε
Προστακτική στιγμιαία
εσύ συζητήσου
εσείς συζητηθείτε
Απαρέμφατο αορίστου
συζητηθεί

Practice this verb →

More conjugations

Explore the Ελληνικά dictionary

Look up any Greek word for definitions, equivalents in 94 languages, and more.

Open Dictionary