Conjugation of συγχωνεύω
siŋ.xoˈne.voενώνω όμοια στοιχεία σε ένα ενιαίο σύνολο Ver definición completa →
Ενεργητική φωνή
Ενεστώτας
| εγώ | συγχωνεύω |
| εσύ | συγχωνεύεις |
| αυτός / αυτή / αυτό | συγχωνεύει |
| εμείς | συγχωνεύουμε |
| εσείς | συγχωνεύετε |
| αυτοί / αυτές / αυτά | συγχωνεύουν |
Παρατατικός
| εγώ | συγχώνευα |
| εσύ | συγχώνευες |
| αυτός / αυτή / αυτό | συγχώνευε |
| εμείς | συγχωνεύαμε |
| εσείς | συγχωνεύατε |
| αυτοί / αυτές / αυτά | συγχώνευαν |
Αόριστος
| εγώ | συγχώνευσα |
| εσύ | συγχώνευσες |
| αυτός / αυτή / αυτό | συγχώνευσε |
| εμείς | συγχωνεύσαμε |
| εσείς | συγχωνεύσατε |
| αυτοί / αυτές / αυτά | συγχώνευσαν |
Στιγμιαίος μέλλοντας
| εγώ | θα συγχωνεύσω |
Στιγμιαία υποτακτική (να-/θα- μορφή)
| εγώ | συγχωνεύσω |
| εσύ | συγχωνεύσεις |
| αυτός / αυτή / αυτό | συγχωνεύσει |
| εμείς | συγχωνεύσουμε |
| εσείς | συγχωνεύσετε |
| αυτοί / αυτές / αυτά | συγχωνεύσουν |
Προστακτική εξακολουθητική
| εσύ | συγχώνευε |
| εσείς | συγχωνεύετε |
Προστακτική στιγμιαία
| εσύ | συγχώνευσε |
| εσείς | συγχωνεύστε |
Απαρέμφατο αορίστου
| — | συγχωνεύσει |
Μεσοπαθητική φωνή
Ενεστώτας
| εγώ | συγχωνεύομαι |
| εσύ | συγχωνεύεσαι |
| αυτός / αυτή / αυτό | συγχωνεύεται |
| εμείς | συγχωνευόμαστε |
| εσείς | συγχωνεύεστε |
| αυτοί / αυτές / αυτά | συγχωνεύονται |
Παρατατικός
| εγώ | συγχωνευόμουν |
| εσύ | συγχωνευόσουν |
| αυτός / αυτή / αυτό | συγχωνευόταν |
| εμείς | συγχωνευόμασταν |
| εσείς | συγχωνευόσασταν |
| αυτοί / αυτές / αυτά | συγχωνεύονταν |
Αόριστος
| εγώ | συγχωνεύτηκα |
| εσύ | συγχωνεύτηκες |
| αυτός / αυτή / αυτό | συγχωνεύτηκε |
| εμείς | συγχωνευτήκαμε |
| εσείς | συγχωνευτήκατε |
| αυτοί / αυτές / αυτά | συγχωνεύτηκαν |
Στιγμιαίος μέλλοντας
| εγώ | θα συγχωνευτώ |
Στιγμιαία υποτακτική (να-/θα- μορφή)
| εγώ | συγχωνευτώ |
| εσύ | συγχωνευτείς |
| αυτός / αυτή / αυτό | συγχωνευτεί |
| εμείς | συγχωνευτούμε |
| εσείς | συγχωνευτείτε |
| αυτοί / αυτές / αυτά | συγχωνευτούν |
Προστακτική εξακολουθητική
| εσείς | συγχωνεύεστε |
Προστακτική στιγμιαία
| εσύ | συγχωνεύσου |
| εσείς | συγχωνευτείτε |
Απαρέμφατο αορίστου
| — | συγχωνευτεί |