HomeServicesBlogDictionariesContactSpanish Course
← συγχρονίζω — definition

Conjugation of συγχρονίζω

Regular CEFR B2
siŋ.xɾoˈni.zo

ενεργώ έτσι, ώστε τουλάχιστον δύο γεγονότα, πράξεις, καταστάσεις ή λειτουργίες να συμβούν ταυτόχρονα στο χρόνο Ver definición completa →

Ενεργητική φωνή

Ενεστώτας
εγώ συγχρονίζω
εσύ συγχρονίζεις
αυτός / αυτή / αυτό συγχρονίζει
εμείς συγχρονίζουμε
εσείς συγχρονίζετε
αυτοί / αυτές / αυτά συγχρονίζουν
Παρατατικός
εγώ συγχρόνιζα
εσύ συγχρόνιζες
αυτός / αυτή / αυτό συγχρόνιζε
εμείς συγχρονίζαμε
εσείς συγχρονίζατε
αυτοί / αυτές / αυτά συγχρόνιζαν
Αόριστος
εγώ συγχρόνισα
εσύ συγχρόνισες
αυτός / αυτή / αυτό συγχρόνισε
εμείς συγχρονίσαμε
εσείς συγχρονίσατε
αυτοί / αυτές / αυτά συγχρόνισαν
Στιγμιαίος μέλλοντας
εγώ θα συγχρονίσω
Στιγμιαία υποτακτική (να-/θα- μορφή)
εγώ συγχρονίσω
εσύ συγχρονίσεις
αυτός / αυτή / αυτό συγχρονίσει
εμείς συγχρονίσουμε
εσείς συγχρονίσετε
αυτοί / αυτές / αυτά συγχρονίσουν
Προστακτική εξακολουθητική
εσύ συγχρόνιζε
εσείς συγχρονίζετε
Προστακτική στιγμιαία
εσύ συγχρόνισε
εσείς συγχρονίστε
Απαρέμφατο αορίστου
συγχρονίσει

Μεσοπαθητική φωνή

Ενεστώτας
εγώ συγχρονίζομαι
εσύ συγχρονίζεσαι
αυτός / αυτή / αυτό συγχρονίζεται
εμείς συγχρονιζόμαστε
εσείς συγχρονίζεστε
αυτοί / αυτές / αυτά συγχρονίζονται
Παρατατικός
εγώ συγχρονιζόμουν
εσύ συγχρονιζόσουν
αυτός / αυτή / αυτό συγχρονιζόταν
εμείς συγχρονιζόμασταν
εσείς συγχρονιζόσασταν
αυτοί / αυτές / αυτά συγχρονίζονταν
Αόριστος
εγώ συγχρονίστηκα
εσύ συγχρονίστηκες
αυτός / αυτή / αυτό συγχρονίστηκε
εμείς συγχρονιστήκαμε
εσείς συγχρονιστήκατε
αυτοί / αυτές / αυτά συγχρονίστηκαν
Στιγμιαίος μέλλοντας
εγώ θα συγχρονιστώ
Στιγμιαία υποτακτική (να-/θα- μορφή)
εγώ συγχρονιστώ
εσύ συγχρονιστείς
αυτός / αυτή / αυτό συγχρονιστεί
εμείς συγχρονιστούμε
εσείς συγχρονιστείτε
αυτοί / αυτές / αυτά συγχρονιστούν
Προστακτική εξακολουθητική
εσείς συγχρονίζεστε
Προστακτική στιγμιαία
εσύ συγχρονίσου
εσείς συγχρονιστείτε
Απαρέμφατο αορίστου
συγχρονιστεί

Practice this verb →

More conjugations

Explore the Ελληνικά dictionary

Look up any Greek word for definitions, equivalents in 94 languages, and more.

Open Dictionary