Conjugation of συγχρονίζω
siŋ.xɾoˈni.zoενεργώ έτσι, ώστε τουλάχιστον δύο γεγονότα, πράξεις, καταστάσεις ή λειτουργίες να συμβούν ταυτόχρονα στο χρόνο Ver definición completa →
Ενεργητική φωνή
Ενεστώτας
| εγώ | συγχρονίζω |
| εσύ | συγχρονίζεις |
| αυτός / αυτή / αυτό | συγχρονίζει |
| εμείς | συγχρονίζουμε |
| εσείς | συγχρονίζετε |
| αυτοί / αυτές / αυτά | συγχρονίζουν |
Παρατατικός
| εγώ | συγχρόνιζα |
| εσύ | συγχρόνιζες |
| αυτός / αυτή / αυτό | συγχρόνιζε |
| εμείς | συγχρονίζαμε |
| εσείς | συγχρονίζατε |
| αυτοί / αυτές / αυτά | συγχρόνιζαν |
Αόριστος
| εγώ | συγχρόνισα |
| εσύ | συγχρόνισες |
| αυτός / αυτή / αυτό | συγχρόνισε |
| εμείς | συγχρονίσαμε |
| εσείς | συγχρονίσατε |
| αυτοί / αυτές / αυτά | συγχρόνισαν |
Στιγμιαίος μέλλοντας
| εγώ | θα συγχρονίσω |
Στιγμιαία υποτακτική (να-/θα- μορφή)
| εγώ | συγχρονίσω |
| εσύ | συγχρονίσεις |
| αυτός / αυτή / αυτό | συγχρονίσει |
| εμείς | συγχρονίσουμε |
| εσείς | συγχρονίσετε |
| αυτοί / αυτές / αυτά | συγχρονίσουν |
Προστακτική εξακολουθητική
| εσύ | συγχρόνιζε |
| εσείς | συγχρονίζετε |
Προστακτική στιγμιαία
| εσύ | συγχρόνισε |
| εσείς | συγχρονίστε |
Απαρέμφατο αορίστου
| — | συγχρονίσει |
Μεσοπαθητική φωνή
Ενεστώτας
| εγώ | συγχρονίζομαι |
| εσύ | συγχρονίζεσαι |
| αυτός / αυτή / αυτό | συγχρονίζεται |
| εμείς | συγχρονιζόμαστε |
| εσείς | συγχρονίζεστε |
| αυτοί / αυτές / αυτά | συγχρονίζονται |
Παρατατικός
| εγώ | συγχρονιζόμουν |
| εσύ | συγχρονιζόσουν |
| αυτός / αυτή / αυτό | συγχρονιζόταν |
| εμείς | συγχρονιζόμασταν |
| εσείς | συγχρονιζόσασταν |
| αυτοί / αυτές / αυτά | συγχρονίζονταν |
Αόριστος
| εγώ | συγχρονίστηκα |
| εσύ | συγχρονίστηκες |
| αυτός / αυτή / αυτό | συγχρονίστηκε |
| εμείς | συγχρονιστήκαμε |
| εσείς | συγχρονιστήκατε |
| αυτοί / αυτές / αυτά | συγχρονίστηκαν |
Στιγμιαίος μέλλοντας
| εγώ | θα συγχρονιστώ |
Στιγμιαία υποτακτική (να-/θα- μορφή)
| εγώ | συγχρονιστώ |
| εσύ | συγχρονιστείς |
| αυτός / αυτή / αυτό | συγχρονιστεί |
| εμείς | συγχρονιστούμε |
| εσείς | συγχρονιστείτε |
| αυτοί / αυτές / αυτά | συγχρονιστούν |
Προστακτική εξακολουθητική
| εσείς | συγχρονίζεστε |
Προστακτική στιγμιαία
| εσύ | συγχρονίσου |
| εσείς | συγχρονιστείτε |
Απαρέμφατο αορίστου
| — | συγχρονιστεί |