HomeServicesBlogDictionariesContactSpanish Course
← συγκόπτω — definition

Conjugation of συγκόπτω

Regular CEFR B2
siŋˈɡo.pto

to cut short a sound or syllable in or of a word with syncope Ver definición completa →

Ενεργητική φωνή

Ενεστώτας
εγώ συγκόπτω
εσύ συγκόπτεις
αυτός / αυτή / αυτό συγκόπτει
εμείς συγκόπτουμε
εσείς συγκόπτετε
αυτοί / αυτές / αυτά συγκόπτουν[ε]
Παρατατικός
εσύ συνέκοπτες
αυτός / αυτή / αυτό συνέκοπτε
εμείς συγκόπταμε
εσείς συγκόπτατε
αυτοί / αυτές / αυτά συνέκοπταν
Αόριστος
εσύ συνέκοψες
αυτός / αυτή / αυτό συνέκοψε
εμείς συγκόψαμε
εσείς συγκόψατε
αυτοί / αυτές / αυτά συνέκοψαν
Στιγμιαίος μέλλοντας
εγώ θα συγκόψω
Στιγμιαία υποτακτική (να-/θα- μορφή)
εγώ συγκόψω
εσύ συγκόψεις
αυτός / αυτή / αυτό συγκόψει
εμείς συγκόψουμε
εσείς συγκόψετε
αυτοί / αυτές / αυτά συγκόψουν
Προστακτική εξακολουθητική
εσείς συγκόπτετε
Προστακτική στιγμιαία
εσείς συγκόψτε
Απαρέμφατο αορίστου
συγκόψει

Μεσοπαθητική φωνή

Ενεστώτας
εγώ συγκόπτομαι
εσύ συγκόπτεσαι
αυτός / αυτή / αυτό συγκόπτεται
εμείς συγκοπτόμαστε
εσείς συγκόπτεστε
αυτοί / αυτές / αυτά συγκόπτονται
Παρατατικός
εμείς συγκοπτόμασταν
εσείς συγκοπτόσασταν
αυτοί / αυτές / αυτά συγκόπτονταν
Αόριστος
εσύ συγκόπηκες
αυτός / αυτή / αυτό συγκόπηκε
εμείς συγκοπήκαμε
εσείς συγκοπήκατε
αυτοί / αυτές / αυτά συγκόπηκαν
Στιγμιαίος μέλλοντας
εγώ θα συγκοπώ
Στιγμιαία υποτακτική (να-/θα- μορφή)
εγώ συγκοπώ
εσύ συγκοπείς
αυτός / αυτή / αυτό συγκοπεί
εμείς συγκοπούμε
εσείς συγκοπείτε
αυτοί / αυτές / αυτά συγκοπούν
Προστακτική εξακολουθητική
εσείς συγκόπτεστε
Προστακτική στιγμιαία
εσύ συγκόψου
εσείς συγκοπείτε
Απαρέμφατο αορίστου
συγκοπεί

Practice this verb →

More conjugations

Explore the Ελληνικά dictionary

Look up any Greek word for definitions, equivalents in 94 languages, and more.

Open Dictionary