Conjugation of συγκόπτω
siŋˈɡo.ptoto cut short a sound or syllable in or of a word with syncope Ver definición completa →
Ενεργητική φωνή
Ενεστώτας
| εγώ | συγκόπτω |
| εσύ | συγκόπτεις |
| αυτός / αυτή / αυτό | συγκόπτει |
| εμείς | συγκόπτουμε |
| εσείς | συγκόπτετε |
| αυτοί / αυτές / αυτά | συγκόπτουν[ε] |
Παρατατικός
| εσύ | συνέκοπτες |
| αυτός / αυτή / αυτό | συνέκοπτε |
| εμείς | συγκόπταμε |
| εσείς | συγκόπτατε |
| αυτοί / αυτές / αυτά | συνέκοπταν |
Αόριστος
| εσύ | συνέκοψες |
| αυτός / αυτή / αυτό | συνέκοψε |
| εμείς | συγκόψαμε |
| εσείς | συγκόψατε |
| αυτοί / αυτές / αυτά | συνέκοψαν |
Στιγμιαίος μέλλοντας
| εγώ | θα συγκόψω |
Στιγμιαία υποτακτική (να-/θα- μορφή)
| εγώ | συγκόψω |
| εσύ | συγκόψεις |
| αυτός / αυτή / αυτό | συγκόψει |
| εμείς | συγκόψουμε |
| εσείς | συγκόψετε |
| αυτοί / αυτές / αυτά | συγκόψουν |
Προστακτική εξακολουθητική
| εσείς | συγκόπτετε |
Προστακτική στιγμιαία
| εσείς | συγκόψτε |
Απαρέμφατο αορίστου
| — | συγκόψει |
Μεσοπαθητική φωνή
Ενεστώτας
| εγώ | συγκόπτομαι |
| εσύ | συγκόπτεσαι |
| αυτός / αυτή / αυτό | συγκόπτεται |
| εμείς | συγκοπτόμαστε |
| εσείς | συγκόπτεστε |
| αυτοί / αυτές / αυτά | συγκόπτονται |
Παρατατικός
| εμείς | συγκοπτόμασταν |
| εσείς | συγκοπτόσασταν |
| αυτοί / αυτές / αυτά | συγκόπτονταν |
Αόριστος
| εσύ | συγκόπηκες |
| αυτός / αυτή / αυτό | συγκόπηκε |
| εμείς | συγκοπήκαμε |
| εσείς | συγκοπήκατε |
| αυτοί / αυτές / αυτά | συγκόπηκαν |
Στιγμιαίος μέλλοντας
| εγώ | θα συγκοπώ |
Στιγμιαία υποτακτική (να-/θα- μορφή)
| εγώ | συγκοπώ |
| εσύ | συγκοπείς |
| αυτός / αυτή / αυτό | συγκοπεί |
| εμείς | συγκοπούμε |
| εσείς | συγκοπείτε |
| αυτοί / αυτές / αυτά | συγκοπούν |
Προστακτική εξακολουθητική
| εσείς | συγκόπτεστε |
Προστακτική στιγμιαία
| εσύ | συγκόψου |
| εσείς | συγκοπείτε |
Απαρέμφατο αορίστου
| — | συγκοπεί |