HomeServicesBlogDictionariesContactSpanish Course
← συγκροτώ — definition

Conjugation of συγκροτώ

Regular CEFR B2
siŋ.ɡɾoˈto

σχηματίζω ένα οργανωμένο σύνολο Ver definición completa →

Ενεργητική φωνή

Ενεστώτας
εγώ συγκροτώ
εσύ συγκροτείς
αυτός / αυτή / αυτό συγκροτεί
εμείς συγκροτούμε
εσείς συγκροτείτε
αυτοί / αυτές / αυτά συγκροτούν
Παρατατικός
εγώ συγκροτούσα
εσύ συγκροτούσες
αυτός / αυτή / αυτό συγκροτούσε
εμείς συγκροτούσαμε
εσείς συγκροτούσατε
αυτοί / αυτές / αυτά συγκροτούσαν
Αόριστος
εγώ συγκρότησα
εσύ συγκρότησες
αυτός / αυτή / αυτό συγκρότησε
εμείς συγκροτήσαμε
εσείς συγκροτήσατε
αυτοί / αυτές / αυτά συγκρότησαν
Στιγμιαίος μέλλοντας
εγώ θα συγκροτήσω
Στιγμιαία υποτακτική (να-/θα- μορφή)
εγώ συγκροτήσω
εσύ συγκροτήσεις
αυτός / αυτή / αυτό συγκροτήσει
εμείς συγκροτήσουμε
εσείς συγκροτήσετε
αυτοί / αυτές / αυτά συγκροτήσουν
Προστακτική εξακολουθητική
εσείς συγκροτείτε
Προστακτική στιγμιαία
εσύ συγκρότησε
εσείς συγκροτήστε
Απαρέμφατο αορίστου
συγκροτήσει

Μεσοπαθητική φωνή

Ενεστώτας
εγώ συγκροτούμαι
εσύ συγκροτείσαι
αυτός / αυτή / αυτό συγκροτείται
εμείς συγκροτούμαστε
εσείς συγκροτείστε
αυτοί / αυτές / αυτά συγκροτούνται
Παρατατικός
αυτός / αυτή / αυτό συγκροτούνταν
εμείς συγκροτούμασταν
εσείς [συγκροτούσασταν, (‑ούσαστε)]
αυτοί / αυτές / αυτά συγκροτούνταν
Αόριστος
εγώ συγκροτήθηκα
εσύ συγκροτήθηκες
αυτός / αυτή / αυτό συγκροτήθηκε
εμείς συγκροτηθήκαμε
εσείς συγκροτηθήκατε
αυτοί / αυτές / αυτά συγκροτήθηκαν
Στιγμιαίος μέλλοντας
εγώ θα συγκροτηθώ
Στιγμιαία υποτακτική (να-/θα- μορφή)
εγώ συγκροτηθώ
εσύ συγκροτηθείς
αυτός / αυτή / αυτό συγκροτηθεί
εμείς συγκροτηθούμε
εσείς συγκροτηθείτε
αυτοί / αυτές / αυτά συγκροτηθούν
Προστακτική εξακολουθητική
εσείς συγκροτείστε
Προστακτική στιγμιαία
εσύ συγκροτήσου
εσείς συγκροτηθείτε
Απαρέμφατο αορίστου
συγκροτηθεί

Practice this verb →

More conjugations

Explore the Ελληνικά dictionary

Look up any Greek word for definitions, equivalents in 94 languages, and more.

Open Dictionary