Ενεργητική φωνή
Ενεστώτας
| εγώ | συγκινώ |
| εσύ | συγκινείς |
| αυτός / αυτή / αυτό | συγκινεί |
| εμείς | συγκινούμε |
| εσείς | συγκινείτε |
| αυτοί / αυτές / αυτά | συγκινούν |
Παρατατικός
| εγώ | συγκινούσα |
| εσύ | συγκινούσες |
| αυτός / αυτή / αυτό | συγκινούσε |
| εμείς | συγκινούσαμε |
| εσείς | συγκινούσατε |
| αυτοί / αυτές / αυτά | συγκινούσαν |
Αόριστος
| εγώ | συγκίνησα - {συνεκίνησα} |
| εσύ | συγκίνησες |
| αυτός / αυτή / αυτό | συγκίνησε |
| εμείς | συγκινήσαμε |
| εσείς | συγκινήσατε |
| αυτοί / αυτές / αυτά | συγκίνησαν |
Στιγμιαίος μέλλοντας
| εγώ | θα συγκινήσω |
Στιγμιαία υποτακτική (να-/θα- μορφή)
| εγώ | συγκινήσω |
| εσύ | συγκινήσεις |
| αυτός / αυτή / αυτό | συγκινήσει |
| εμείς | συγκινήσουμε |
| εσείς | συγκινήσετε |
| αυτοί / αυτές / αυτά | συγκινήσουν |
Προστακτική εξακολουθητική
| εσείς | συγκινείτε |
Προστακτική στιγμιαία
| εσύ | συγκίνησε |
| εσείς | συγκινήστε |
Απαρέμφατο αορίστου
| — | συγκινήσει |
Μεσοπαθητική φωνή
Ενεστώτας
| εγώ | συγκινούμαι - συγκινιέμαι¹^ |
| εσύ | συγκινείσαι - συγκινιέσαι |
| αυτός / αυτή / αυτό | συγκινείται - συγκινιέται |
| εμείς | συγκινούμαστε - συγκινιόμαστε |
| εσείς | συγκινείστε - συγκινιέστε |
| αυτοί / αυτές / αυτά | συγκινούνται - συγκινιούνται |
Παρατατικός
| εγώ | [συγκινούμουν] - συγκινιόμουν¹^ |
| εσύ | [συγκινούσουν] - συγκινιόσουν |
| αυτός / αυτή / αυτό | συγκινούνταν - συγκινιόταν - {συγκινείτο} |
| εμείς | συγκινούμασταν |
| εσείς | [συγκινούσασταν, (‑ούσαστε)] - συγκινιόσασταν |
| αυτοί / αυτές / αυτά | συγκινούνταν - συγκινιούνταν |
Αόριστος
| εγώ | συγκινήθηκα |
| εσύ | συγκινήθηκες |
| αυτός / αυτή / αυτό | συγκινήθηκε |
| εμείς | συγκινηθήκαμε |
| εσείς | συγκινηθήκατε |
| αυτοί / αυτές / αυτά | συγκινήθηκαν |
Στιγμιαίος μέλλοντας
| εγώ | θα συγκινηθώ |
Στιγμιαία υποτακτική (να-/θα- μορφή)
| εγώ | συγκινηθώ |
| εσύ | συγκινηθείς |
| αυτός / αυτή / αυτό | συγκινηθεί |
| εμείς | συγκινηθούμε |
| εσείς | συγκινηθείτε |
| αυτοί / αυτές / αυτά | συγκινηθούν |
Προστακτική εξακολουθητική
| εσείς | συγκινείστε - συγκινιέστε |
Προστακτική στιγμιαία
| εσύ | συγκινήσου |
| εσείς | συγκινηθείτε |
Απαρέμφατο αορίστου
| — | συγκινηθεί |