HomeServicesBlogDictionariesContactSpanish Course
← συγκινώ — definition

Conjugation of συγκινώ

Regular CEFR B1
siŋɟiˈno

προκαλώ σε κάποιον συναισθηματική φόρτιση Ver definición completa →

Ενεργητική φωνή

Ενεστώτας
εγώ συγκινώ
εσύ συγκινείς
αυτός / αυτή / αυτό συγκινεί
εμείς συγκινούμε
εσείς συγκινείτε
αυτοί / αυτές / αυτά συγκινούν
Παρατατικός
εγώ συγκινούσα
εσύ συγκινούσες
αυτός / αυτή / αυτό συγκινούσε
εμείς συγκινούσαμε
εσείς συγκινούσατε
αυτοί / αυτές / αυτά συγκινούσαν
Αόριστος
εγώ συγκίνησα - {συνεκίνησα}
εσύ συγκίνησες
αυτός / αυτή / αυτό συγκίνησε
εμείς συγκινήσαμε
εσείς συγκινήσατε
αυτοί / αυτές / αυτά συγκίνησαν
Στιγμιαίος μέλλοντας
εγώ θα συγκινήσω
Στιγμιαία υποτακτική (να-/θα- μορφή)
εγώ συγκινήσω
εσύ συγκινήσεις
αυτός / αυτή / αυτό συγκινήσει
εμείς συγκινήσουμε
εσείς συγκινήσετε
αυτοί / αυτές / αυτά συγκινήσουν
Προστακτική εξακολουθητική
εσείς συγκινείτε
Προστακτική στιγμιαία
εσύ συγκίνησε
εσείς συγκινήστε
Απαρέμφατο αορίστου
συγκινήσει

Μεσοπαθητική φωνή

Ενεστώτας
εγώ συγκινούμαι - συγκινιέμαι¹^
εσύ συγκινείσαι - συγκινιέσαι
αυτός / αυτή / αυτό συγκινείται - συγκινιέται
εμείς συγκινούμαστε - συγκινιόμαστε
εσείς συγκινείστε - συγκινιέστε
αυτοί / αυτές / αυτά συγκινούνται - συγκινιούνται
Παρατατικός
εγώ [συγκινούμουν] - συγκινιόμουν¹^
εσύ [συγκινούσουν] - συγκινιόσουν
αυτός / αυτή / αυτό συγκινούνταν - συγκινιόταν - {συγκινείτο}
εμείς συγκινούμασταν
εσείς [συγκινούσασταν, (‑ούσαστε)] - συγκινιόσασταν
αυτοί / αυτές / αυτά συγκινούνταν - συγκινιούνταν
Αόριστος
εγώ συγκινήθηκα
εσύ συγκινήθηκες
αυτός / αυτή / αυτό συγκινήθηκε
εμείς συγκινηθήκαμε
εσείς συγκινηθήκατε
αυτοί / αυτές / αυτά συγκινήθηκαν
Στιγμιαίος μέλλοντας
εγώ θα συγκινηθώ
Στιγμιαία υποτακτική (να-/θα- μορφή)
εγώ συγκινηθώ
εσύ συγκινηθείς
αυτός / αυτή / αυτό συγκινηθεί
εμείς συγκινηθούμε
εσείς συγκινηθείτε
αυτοί / αυτές / αυτά συγκινηθούν
Προστακτική εξακολουθητική
εσείς συγκινείστε - συγκινιέστε
Προστακτική στιγμιαία
εσύ συγκινήσου
εσείς συγκινηθείτε
Απαρέμφατο αορίστου
συγκινηθεί

Practice this verb →

More conjugations

Explore the Ελληνικά dictionary

Look up any Greek word for definitions, equivalents in 94 languages, and more.

Open Dictionary