Conjugation of συγκαλώ
siŋ.ɡaˈloκαλώ ένα σύνολο ανθρώπων σε κάποιο χώρο και με συγκεκριμένο σκοπό (συζήτηση, λήψη απόφασης κ.λπ.) Ver definición completa →
Ενεργητική φωνή
Ενεστώτας
| εγώ | συγκαλώ |
| εσύ | συγκαλείς |
| αυτός / αυτή / αυτό | συγκαλεί |
| εμείς | συγκαλούμε |
| εσείς | συγκαλείτε |
| αυτοί / αυτές / αυτά | συγκαλούν |
Παρατατικός
| εγώ | συγκαλούσα |
| εσύ | συγκαλούσες |
| αυτός / αυτή / αυτό | συγκαλούσε |
| εμείς | συγκαλούσαμε |
| εσείς | συγκαλούσατε |
| αυτοί / αυτές / αυτά | συγκαλούσαν |
Αόριστος
| εγώ | συγκάλεσα |
| εσύ | συγκάλεσες |
| αυτός / αυτή / αυτό | συγκάλεσε |
| εμείς | συγκαλέσαμε |
| εσείς | συγκαλέσατε |
| αυτοί / αυτές / αυτά | συγκάλεσαν |
Στιγμιαίος μέλλοντας
| εγώ | θα συγκαλέσω |
Στιγμιαία υποτακτική (να-/θα- μορφή)
| εγώ | συγκαλέσω |
| εσύ | συγκαλέσεις |
| αυτός / αυτή / αυτό | συγκαλέσει |
| εμείς | συγκαλέσουμε |
| εσείς | συγκαλέσετε |
| αυτοί / αυτές / αυτά | συγκαλέσουν |
Προστακτική εξακολουθητική
| εσείς | συγκαλείτε |
Προστακτική στιγμιαία
| εσύ | συγκάλεσε |
| εσείς | συγκαλέστε |
Απαρέμφατο αορίστου
| — | συγκαλέσει |
Μεσοπαθητική φωνή
Ενεστώτας
| εγώ | συγκαλούμαι |
| εσύ | συγκαλείσαι |
| αυτός / αυτή / αυτό | συγκαλείται |
| εμείς | συγκαλούμαστε |
| εσείς | συγκαλείστε |
| αυτοί / αυτές / αυτά | συγκαλούνται |
Παρατατικός
| αυτός / αυτή / αυτό | συγκαλούνταν |
| εμείς | συγκαλούμασταν |
| εσείς | [συγκαλούσασταν, (‑ούσαστε)] |
| αυτοί / αυτές / αυτά | συγκαλούνταν |
Αόριστος
| εγώ | συγκαλέστηκα |
| εσύ | συγκαλέστηκες |
| αυτός / αυτή / αυτό | συγκαλέστηκε |
| εμείς | συγκαλεστήκαμε |
| εσείς | συγκαλεστήκατε |
| αυτοί / αυτές / αυτά | συγκαλέστηκαν |
Στιγμιαίος μέλλοντας
| εγώ | θα συγκαλεστώ |
Στιγμιαία υποτακτική (να-/θα- μορφή)
| εγώ | συγκαλεστώ |
| εσύ | συγκαλεστείς |
| αυτός / αυτή / αυτό | συγκαλεστεί |
| εμείς | συγκαλεστούμε |
| εσείς | συγκαλεστείτε |
| αυτοί / αυτές / αυτά | συγκαλεστούν |
Προστακτική εξακολουθητική
| εσείς | συγκαλείστε |
Προστακτική στιγμιαία
| εσύ | συγκαλέσου |
| εσείς | συγκαλεστείτε |
Απαρέμφατο αορίστου
| — | συγκαλεστεί |