HomeServicesBlogDictionariesContactSpanish Course
← συγκαλώ — definition

Conjugation of συγκαλώ

Regular CEFR B1
siŋ.ɡaˈlo

καλώ ένα σύνολο ανθρώπων σε κάποιο χώρο και με συγκεκριμένο σκοπό (συζήτηση, λήψη απόφασης κ.λπ.) Ver definición completa →

Ενεργητική φωνή

Ενεστώτας
εγώ συγκαλώ
εσύ συγκαλείς
αυτός / αυτή / αυτό συγκαλεί
εμείς συγκαλούμε
εσείς συγκαλείτε
αυτοί / αυτές / αυτά συγκαλούν
Παρατατικός
εγώ συγκαλούσα
εσύ συγκαλούσες
αυτός / αυτή / αυτό συγκαλούσε
εμείς συγκαλούσαμε
εσείς συγκαλούσατε
αυτοί / αυτές / αυτά συγκαλούσαν
Αόριστος
εγώ συγκάλεσα
εσύ συγκάλεσες
αυτός / αυτή / αυτό συγκάλεσε
εμείς συγκαλέσαμε
εσείς συγκαλέσατε
αυτοί / αυτές / αυτά συγκάλεσαν
Στιγμιαίος μέλλοντας
εγώ θα συγκαλέσω
Στιγμιαία υποτακτική (να-/θα- μορφή)
εγώ συγκαλέσω
εσύ συγκαλέσεις
αυτός / αυτή / αυτό συγκαλέσει
εμείς συγκαλέσουμε
εσείς συγκαλέσετε
αυτοί / αυτές / αυτά συγκαλέσουν
Προστακτική εξακολουθητική
εσείς συγκαλείτε
Προστακτική στιγμιαία
εσύ συγκάλεσε
εσείς συγκαλέστε
Απαρέμφατο αορίστου
συγκαλέσει

Μεσοπαθητική φωνή

Ενεστώτας
εγώ συγκαλούμαι
εσύ συγκαλείσαι
αυτός / αυτή / αυτό συγκαλείται
εμείς συγκαλούμαστε
εσείς συγκαλείστε
αυτοί / αυτές / αυτά συγκαλούνται
Παρατατικός
αυτός / αυτή / αυτό συγκαλούνταν
εμείς συγκαλούμασταν
εσείς [συγκαλούσασταν, (‑ούσαστε)]
αυτοί / αυτές / αυτά συγκαλούνταν
Αόριστος
εγώ συγκαλέστηκα
εσύ συγκαλέστηκες
αυτός / αυτή / αυτό συγκαλέστηκε
εμείς συγκαλεστήκαμε
εσείς συγκαλεστήκατε
αυτοί / αυτές / αυτά συγκαλέστηκαν
Στιγμιαίος μέλλοντας
εγώ θα συγκαλεστώ
Στιγμιαία υποτακτική (να-/θα- μορφή)
εγώ συγκαλεστώ
εσύ συγκαλεστείς
αυτός / αυτή / αυτό συγκαλεστεί
εμείς συγκαλεστούμε
εσείς συγκαλεστείτε
αυτοί / αυτές / αυτά συγκαλεστούν
Προστακτική εξακολουθητική
εσείς συγκαλείστε
Προστακτική στιγμιαία
εσύ συγκαλέσου
εσείς συγκαλεστείτε
Απαρέμφατο αορίστου
συγκαλεστεί

Practice this verb →

More conjugations

Explore the Ελληνικά dictionary

Look up any Greek word for definitions, equivalents in 94 languages, and more.

Open Dictionary