Conjugation of συγγράφω
siŋˈɣra.foγράφω, συντάσσω κείμενο, συνθέτω έργο (λογοτεχνίας, επιστήμης κτλ.) σε πεζό λόγο κατ' αντιδιαστολή προς την ποίηση Ver definición completa →
Ενεργητική φωνή
Ενεστώτας
| εγώ | συγγράφω |
| εσύ | συγγράφεις |
| αυτός / αυτή / αυτό | συγγράφει |
| εμείς | συγγράφουμε |
| εσείς | συγγράφετε |
| αυτοί / αυτές / αυτά | συγγράφουν |
Παρατατικός
| εγώ | συνέγραφα |
| εσύ | συνέγραφες |
| αυτός / αυτή / αυτό | συνέγραφε |
| εμείς | συγγράφαμε |
| εσείς | συγγράφατε |
| αυτοί / αυτές / αυτά | συνέγραφαν |
Αόριστος
| εγώ | συνέγραψα |
| εσύ | συνέγραψες |
| αυτός / αυτή / αυτό | συνέγραψε |
| εμείς | συγγράψαμε |
| εσείς | συγγράψατε |
| αυτοί / αυτές / αυτά | συνέγραψαν |
Στιγμιαίος μέλλοντας
| εγώ | θα συγγράψω |
Στιγμιαία υποτακτική (να-/θα- μορφή)
| εγώ | συγγράψω |
| εσύ | συγγράψεις |
| αυτός / αυτή / αυτό | συγγράψει |
| εμείς | συγγράψουμε |
| εσείς | συγγράψετε |
| αυτοί / αυτές / αυτά | συγγράψουν |
Προστακτική εξακολουθητική
| εσείς | συγγράφετε |
Προστακτική στιγμιαία
| εσείς | συγγράψτε |
Απαρέμφατο αορίστου
| — | συγγράψει |
Μεσοπαθητική φωνή
Ενεστώτας
| εγώ | συγγράφομαι |
| εσύ | συγγράφεσαι |
| αυτός / αυτή / αυτό | συγγράφεται |
| εμείς | συγγραφόμαστε |
| εσείς | συγγράφεστε |
| αυτοί / αυτές / αυτά | συγγράφονται |
Παρατατικός
| εγώ | συγγραφόμουν |
| εσύ | συγγραφόσουν |
| αυτός / αυτή / αυτό | συγγραφόταν |
| εμείς | συγγραφόμασταν |
| εσείς | συγγραφόσασταν |
| αυτοί / αυτές / αυτά | συγγράφονταν |
Αόριστος
| εγώ | συγγράφηκα |
| εσύ | συγγράφηκες |
| αυτός / αυτή / αυτό | συγγράφηκε |
| εμείς | συγγραφήκαμε |
| εσείς | συγγραφήκατε |
| αυτοί / αυτές / αυτά | συγγράφηκαν |
Στιγμιαίος μέλλοντας
| εγώ | θα συγγραφώ |
Στιγμιαία υποτακτική (να-/θα- μορφή)
| εγώ | συγγραφώ |
| εσύ | συγγραφείς |
| αυτός / αυτή / αυτό | συγγραφεί |
| εμείς | συγγραφούμε |
| εσείς | συγγραφείτε |
| αυτοί / αυτές / αυτά | συγγραφούν |
Προστακτική εξακολουθητική
| εσείς | συγγράφεστε |
Προστακτική στιγμιαία
| εσύ | συγγράψου |
| εσείς | συγγραφείτε |
Απαρέμφατο αορίστου
| — | συγγραφεί |