Conjugation of στύβω
ˈstivoσυστρέφω κάτι βρεγμένο (υφασμάτινο, μάλλινο κλπ.) για να βγει το υγρό που περιέχει Ver definición completa →
Ενεργητική φωνή
Ενεστώτας
| εγώ | στύβω |
| εσύ | στύβεις |
| αυτός / αυτή / αυτό | στύβει |
| εμείς | στύβουμε |
| εσείς | στύβετε |
| αυτοί / αυτές / αυτά | στύβουν |
Παρατατικός
| εγώ | έστυβα |
| εσύ | έστυβες |
| αυτός / αυτή / αυτό | έστυβε |
| εμείς | στύβαμε |
| εσείς | στύβατε |
| αυτοί / αυτές / αυτά | έστυβαν |
Αόριστος
| εγώ | έστυψα |
| εσύ | έστυψες |
| αυτός / αυτή / αυτό | έστυψε |
| εμείς | στύψαμε |
| εσείς | στύψατε |
| αυτοί / αυτές / αυτά | έστυψαν |
Στιγμιαίος μέλλοντας
| εγώ | θα στύψω |
Στιγμιαία υποτακτική (να-/θα- μορφή)
| εγώ | στύψω |
| εσύ | στύψεις |
| αυτός / αυτή / αυτό | στύψει |
| εμείς | στύψουμε |
| εσείς | στύψετε |
| αυτοί / αυτές / αυτά | στύψουν |
Προστακτική εξακολουθητική
| εσύ | στύβε |
| εσείς | στύβετε |
Προστακτική στιγμιαία
| εσύ | στύψε |
| εσείς | στύψτε |
Απαρέμφατο αορίστου
| — | στύψει |
Μεσοπαθητική φωνή
Ενεστώτας
| εγώ | στύβομαι |
| εσύ | στύβεσαι |
| αυτός / αυτή / αυτό | στύβεται |
| εμείς | στυβόμαστε |
| εσείς | στύβεστε |
| αυτοί / αυτές / αυτά | στύβονται |
Παρατατικός
| εγώ | στυβόμουν |
| εσύ | στυβόσουν |
| αυτός / αυτή / αυτό | στυβόταν |
| εμείς | στυβόμασταν |
| εσείς | στυβόσασταν |
| αυτοί / αυτές / αυτά | στύβονταν |
Αόριστος
| εγώ | στύφτηκα |
| εσύ | στύφτηκες |
| αυτός / αυτή / αυτό | στύφτηκε |
| εμείς | στυφτήκαμε |
| εσείς | στυφτήκατε |
| αυτοί / αυτές / αυτά | στύφτηκαν |
Στιγμιαίος μέλλοντας
| εγώ | θα στυφτώ |
Στιγμιαία υποτακτική (να-/θα- μορφή)
| εγώ | στυφτώ |
| εσύ | στυφτείς |
| αυτός / αυτή / αυτό | στυφτεί |
| εμείς | στυφτούμε |
| εσείς | στυφτείτε |
| αυτοί / αυτές / αυτά | στυφτούν |
Προστακτική εξακολουθητική
| εσείς | στύβεστε |
Προστακτική στιγμιαία
| εσύ | στύψου |
| εσείς | στυφτείτε |
Απαρέμφατο αορίστου
| — | στυφτεί |