HomeServicesBlogDictionariesContactSpanish Course
← στρώνω — definition

Conjugation of στρώνω

Regular CEFR B1
ˈstɾo.no

στρώνω κάποιον (στη δουλειά): αναγκάζω κάποιον να γίνει εργατικός και να αφοσιωθεί σ' αυτό που κάνει Ver definición completa →

Ενεργητική φωνή

Ενεστώτας
εγώ στρώνω
εσύ στρώνεις
αυτός / αυτή / αυτό στρώνει
εμείς στρώνουμε
εσείς στρώνετε
αυτοί / αυτές / αυτά στρώνουν
Παρατατικός
εγώ έστρωνα
εσύ έστρωνες
αυτός / αυτή / αυτό έστρωνε
εμείς στρώναμε
εσείς στρώνατε
αυτοί / αυτές / αυτά έστρωναν
Αόριστος
εγώ έστρωσα
εσύ έστρωσες
αυτός / αυτή / αυτό έστρωσε
εμείς στρώσαμε
εσείς στρώσατε
αυτοί / αυτές / αυτά έστρωσαν
Στιγμιαίος μέλλοντας
εγώ θα στρώσω
Στιγμιαία υποτακτική (να-/θα- μορφή)
εγώ στρώσω
εσύ στρώσεις
αυτός / αυτή / αυτό στρώσει
εμείς στρώσουμε
εσείς στρώσετε
αυτοί / αυτές / αυτά στρώσουν
Προστακτική εξακολουθητική
εσύ στρώνε
εσείς στρώνετε
Προστακτική στιγμιαία
εσύ στρώσε
εσείς στρώστε
Απαρέμφατο αορίστου
στρώσει

Μεσοπαθητική φωνή

Ενεστώτας
εγώ στρώνομαι
εσύ στρώνεσαι
αυτός / αυτή / αυτό στρώνεται
εμείς στρωνόμαστε
εσείς στρώνεστε
αυτοί / αυτές / αυτά στρώνονται
Παρατατικός
εγώ στρωνόμουν
εσύ στρωνόσουν
αυτός / αυτή / αυτό στρωνόταν
εμείς στρωνόμασταν
εσείς στρωνόσασταν
αυτοί / αυτές / αυτά στρώνονταν
Αόριστος
εγώ στρώθηκα
εσύ στρώθηκες
αυτός / αυτή / αυτό στρώθηκε
εμείς στρωθήκαμε
εσείς στρωθήκατε
αυτοί / αυτές / αυτά στρώθηκαν
Στιγμιαίος μέλλοντας
εγώ θα στρωθώ
Στιγμιαία υποτακτική (να-/θα- μορφή)
εγώ στρωθώ
εσύ στρωθείς
αυτός / αυτή / αυτό στρωθεί
εμείς στρωθούμε
εσείς στρωθείτε
αυτοί / αυτές / αυτά στρωθούν
Προστακτική εξακολουθητική
εσείς στρώνεστε
Προστακτική στιγμιαία
εσύ στρώσου
εσείς στρωθείτε
Απαρέμφατο αορίστου
στρωθεί

Practice this verb →

More conjugations

Explore the Ελληνικά dictionary

Look up any Greek word for definitions, equivalents in 94 languages, and more.

Open Dictionary