Conjugation of στρώνω
ˈstɾo.noστρώνω κάποιον (στη δουλειά): αναγκάζω κάποιον να γίνει εργατικός και να αφοσιωθεί σ' αυτό που κάνει Ver definición completa →
Ενεργητική φωνή
Ενεστώτας
| εγώ | στρώνω |
| εσύ | στρώνεις |
| αυτός / αυτή / αυτό | στρώνει |
| εμείς | στρώνουμε |
| εσείς | στρώνετε |
| αυτοί / αυτές / αυτά | στρώνουν |
Παρατατικός
| εγώ | έστρωνα |
| εσύ | έστρωνες |
| αυτός / αυτή / αυτό | έστρωνε |
| εμείς | στρώναμε |
| εσείς | στρώνατε |
| αυτοί / αυτές / αυτά | έστρωναν |
Αόριστος
| εγώ | έστρωσα |
| εσύ | έστρωσες |
| αυτός / αυτή / αυτό | έστρωσε |
| εμείς | στρώσαμε |
| εσείς | στρώσατε |
| αυτοί / αυτές / αυτά | έστρωσαν |
Στιγμιαίος μέλλοντας
| εγώ | θα στρώσω |
Στιγμιαία υποτακτική (να-/θα- μορφή)
| εγώ | στρώσω |
| εσύ | στρώσεις |
| αυτός / αυτή / αυτό | στρώσει |
| εμείς | στρώσουμε |
| εσείς | στρώσετε |
| αυτοί / αυτές / αυτά | στρώσουν |
Προστακτική εξακολουθητική
| εσύ | στρώνε |
| εσείς | στρώνετε |
Προστακτική στιγμιαία
| εσύ | στρώσε |
| εσείς | στρώστε |
Απαρέμφατο αορίστου
| — | στρώσει |
Μεσοπαθητική φωνή
Ενεστώτας
| εγώ | στρώνομαι |
| εσύ | στρώνεσαι |
| αυτός / αυτή / αυτό | στρώνεται |
| εμείς | στρωνόμαστε |
| εσείς | στρώνεστε |
| αυτοί / αυτές / αυτά | στρώνονται |
Παρατατικός
| εγώ | στρωνόμουν |
| εσύ | στρωνόσουν |
| αυτός / αυτή / αυτό | στρωνόταν |
| εμείς | στρωνόμασταν |
| εσείς | στρωνόσασταν |
| αυτοί / αυτές / αυτά | στρώνονταν |
Αόριστος
| εγώ | στρώθηκα |
| εσύ | στρώθηκες |
| αυτός / αυτή / αυτό | στρώθηκε |
| εμείς | στρωθήκαμε |
| εσείς | στρωθήκατε |
| αυτοί / αυτές / αυτά | στρώθηκαν |
Στιγμιαίος μέλλοντας
| εγώ | θα στρωθώ |
Στιγμιαία υποτακτική (να-/θα- μορφή)
| εγώ | στρωθώ |
| εσύ | στρωθείς |
| αυτός / αυτή / αυτό | στρωθεί |
| εμείς | στρωθούμε |
| εσείς | στρωθείτε |
| αυτοί / αυτές / αυτά | στρωθούν |
Προστακτική εξακολουθητική
| εσείς | στρώνεστε |
Προστακτική στιγμιαία
| εσύ | στρώσου |
| εσείς | στρωθείτε |
Απαρέμφατο αορίστου
| — | στρωθεί |