Conjugation of στραγγίζω
stɾaŋˈɟizoαφαιρώ το υγρό που υπάρχει κάπου με στραγγιστήρι ή άλλο τρόπο, αφήνοντάς το να τρέξει ως την τελευταία σταγόνα Ver definición completa →
Ενεργητική φωνή
Ενεστώτας
| εγώ | στραγγίζω |
| εσύ | στραγγίζεις |
| αυτός / αυτή / αυτό | στραγγίζει |
| εμείς | στραγγίζουμε |
| εσείς | στραγγίζετε |
| αυτοί / αυτές / αυτά | στραγγίζουν |
Παρατατικός
| εγώ | στράγγιζα |
| εσύ | στράγγιζες |
| αυτός / αυτή / αυτό | στράγγιζε |
| εμείς | στραγγίζαμε |
| εσείς | στραγγίζατε |
| αυτοί / αυτές / αυτά | στράγγιζαν |
Αόριστος
| εγώ | στράγγιξα |
| εσύ | στράγγιξες |
| αυτός / αυτή / αυτό | στράγγιξε |
| εμείς | στραγγίξαμε |
| εσείς | στραγγίξατε |
| αυτοί / αυτές / αυτά | στράγγιξαν |
Στιγμιαίος μέλλοντας
| εγώ | θα στραγγίξω |
Στιγμιαία υποτακτική (να-/θα- μορφή)
| εγώ | στραγγίξω |
| εσύ | στραγγίξεις |
| αυτός / αυτή / αυτό | στραγγίξει |
| εμείς | στραγγίξουμε |
| εσείς | στραγγίξετε |
| αυτοί / αυτές / αυτά | στραγγίξουν |
Προστακτική εξακολουθητική
| εσύ | στράγγιζε |
| εσείς | στραγγίζετε |
Προστακτική στιγμιαία
| εσύ | στράγγιξε |
| εσείς | στραγγίξτε |
Απαρέμφατο αορίστου
| — | στραγγίξει |
Μεσοπαθητική φωνή
Ενεστώτας
| εγώ | στραγγίζομαι |
| εσύ | στραγγίζεσαι |
| αυτός / αυτή / αυτό | στραγγίζεται |
| εμείς | στραγγιζόμαστε |
| εσείς | στραγγίζεστε |
| αυτοί / αυτές / αυτά | στραγγίζονται |
Παρατατικός
| εγώ | στραγγιζόμουν |
| εσύ | στραγγιζόσουν |
| αυτός / αυτή / αυτό | στραγγιζόταν |
| εμείς | στραγγιζόμασταν |
| εσείς | στραγγιζόσασταν |
| αυτοί / αυτές / αυτά | στραγγίζονταν |
Αόριστος
| εγώ | στραγγίχτηκα |
| εσύ | στραγγίχτηκες |
| αυτός / αυτή / αυτό | στραγγίχτηκε |
| εμείς | στραγγιχτήκαμε |
| εσείς | στραγγιχτήκατε |
| αυτοί / αυτές / αυτά | στραγγίχτηκαν |
Στιγμιαίος μέλλοντας
| εγώ | θα στραγγιχτώ |
Στιγμιαία υποτακτική (να-/θα- μορφή)
| εγώ | στραγγιχτώ |
| εσύ | στραγγιχτείς |
| αυτός / αυτή / αυτό | στραγγιχτεί |
| εμείς | στραγγιχτούμε |
| εσείς | στραγγιχτείτε |
| αυτοί / αυτές / αυτά | στραγγιχτούν |
Προστακτική εξακολουθητική
| εσείς | στραγγίζεστε |
Προστακτική στιγμιαία
| εσύ | στραγγίξου |
| εσείς | στραγγιχτείτε |
Απαρέμφατο αορίστου
| — | στραγγιχτεί |
Practice in context
Fill in the verb in real sentences — correct answers count toward the table above.