HomeServicesBlogDictionariesContactSpanish Course
← στραγγίζω — definition

Conjugation of στραγγίζω

Regular CEFR B2
stɾaŋˈɟizo

αφαιρώ το υγρό που υπάρχει κάπου με στραγγιστήρι ή άλλο τρόπο, αφήνοντάς το να τρέξει ως την τελευταία σταγόνα Ver definición completa →

Ενεργητική φωνή

Ενεστώτας
εγώ στραγγίζω
εσύ στραγγίζεις
αυτός / αυτή / αυτό στραγγίζει
εμείς στραγγίζουμε
εσείς στραγγίζετε
αυτοί / αυτές / αυτά στραγγίζουν
Παρατατικός
εγώ στράγγιζα
εσύ στράγγιζες
αυτός / αυτή / αυτό στράγγιζε
εμείς στραγγίζαμε
εσείς στραγγίζατε
αυτοί / αυτές / αυτά στράγγιζαν
Αόριστος
εγώ στράγγιξα
εσύ στράγγιξες
αυτός / αυτή / αυτό στράγγιξε
εμείς στραγγίξαμε
εσείς στραγγίξατε
αυτοί / αυτές / αυτά στράγγιξαν
Στιγμιαίος μέλλοντας
εγώ θα στραγγίξω
Στιγμιαία υποτακτική (να-/θα- μορφή)
εγώ στραγγίξω
εσύ στραγγίξεις
αυτός / αυτή / αυτό στραγγίξει
εμείς στραγγίξουμε
εσείς στραγγίξετε
αυτοί / αυτές / αυτά στραγγίξουν
Προστακτική εξακολουθητική
εσύ στράγγιζε
εσείς στραγγίζετε
Προστακτική στιγμιαία
εσύ στράγγιξε
εσείς στραγγίξτε
Απαρέμφατο αορίστου
στραγγίξει

Μεσοπαθητική φωνή

Ενεστώτας
εγώ στραγγίζομαι
εσύ στραγγίζεσαι
αυτός / αυτή / αυτό στραγγίζεται
εμείς στραγγιζόμαστε
εσείς στραγγίζεστε
αυτοί / αυτές / αυτά στραγγίζονται
Παρατατικός
εγώ στραγγιζόμουν
εσύ στραγγιζόσουν
αυτός / αυτή / αυτό στραγγιζόταν
εμείς στραγγιζόμασταν
εσείς στραγγιζόσασταν
αυτοί / αυτές / αυτά στραγγίζονταν
Αόριστος
εγώ στραγγίχτηκα
εσύ στραγγίχτηκες
αυτός / αυτή / αυτό στραγγίχτηκε
εμείς στραγγιχτήκαμε
εσείς στραγγιχτήκατε
αυτοί / αυτές / αυτά στραγγίχτηκαν
Στιγμιαίος μέλλοντας
εγώ θα στραγγιχτώ
Στιγμιαία υποτακτική (να-/θα- μορφή)
εγώ στραγγιχτώ
εσύ στραγγιχτείς
αυτός / αυτή / αυτό στραγγιχτεί
εμείς στραγγιχτούμε
εσείς στραγγιχτείτε
αυτοί / αυτές / αυτά στραγγιχτούν
Προστακτική εξακολουθητική
εσείς στραγγίζεστε
Προστακτική στιγμιαία
εσύ στραγγίξου
εσείς στραγγιχτείτε
Απαρέμφατο αορίστου
στραγγιχτεί

Practice in context

Fill in the verb in real sentences — correct answers count toward the table above.

Practice this verb →

More conjugations

Explore the Ελληνικά dictionary

Look up any Greek word for definitions, equivalents in 94 languages, and more.

Open Dictionary