Conjugation of στρέφω
ˈstɾe.foγυρίζω κάποιον ή κάτι προς κάποια άλλη κατεύθυνση Ver definición completa →
Ενεργητική φωνή
Ενεστώτας
| εγώ | στρέφω |
| εσύ | στρέφεις |
| αυτός / αυτή / αυτό | στρέφει |
| εμείς | στρέφουμε |
| εσείς | στρέφετε |
| αυτοί / αυτές / αυτά | στρέφουν |
Παρατατικός
| εγώ | έστρεφα |
| εσύ | έστρεφες |
| αυτός / αυτή / αυτό | έστρεφε |
| εμείς | στρέφαμε |
| εσείς | στρέφατε |
| αυτοί / αυτές / αυτά | έστρεφαν |
Αόριστος
| εγώ | έστρεψα |
| εσύ | έστρεψες |
| αυτός / αυτή / αυτό | έστρεψε |
| εμείς | στρέψαμε |
| εσείς | στρέψατε |
| αυτοί / αυτές / αυτά | έστρεψαν |
Στιγμιαίος μέλλοντας
| εγώ | θα στρέψω |
Στιγμιαία υποτακτική (να-/θα- μορφή)
| εγώ | στρέψω |
| εσύ | στρέψεις |
| αυτός / αυτή / αυτό | στρέψει |
| εμείς | στρέψουμε |
| εσείς | στρέψετε |
| αυτοί / αυτές / αυτά | στρέψουν |
Προστακτική εξακολουθητική
| εσύ | στρέφε |
| εσείς | στρέφετε |
Προστακτική στιγμιαία
| εσύ | στρέψε |
| εσείς | στρέψτε |
Απαρέμφατο αορίστου
| — | στρέψει |
Μεσοπαθητική φωνή
Ενεστώτας
| εγώ | στρέφομαι |
| εσύ | στρέφεσαι |
| αυτός / αυτή / αυτό | στρέφεται |
| εμείς | στρεφόμαστε |
| εσείς | στρέφεστε |
| αυτοί / αυτές / αυτά | στρέφονται |
Παρατατικός
| εγώ | στρεφόμουν |
| εσύ | στρεφόσουν |
| αυτός / αυτή / αυτό | στρεφόταν |
| εμείς | στρεφόμασταν |
| εσείς | στρεφόσασταν |
| αυτοί / αυτές / αυτά | στρέφονταν |
Αόριστος
| εγώ | στράφηκα |
| εσύ | στράφηκες |
| αυτός / αυτή / αυτό | στράφηκε |
| εμείς | στραφήκαμε |
| εσείς | στραφήκατε |
| αυτοί / αυτές / αυτά | στράφηκαν |
Στιγμιαίος μέλλοντας
| εγώ | θα στραφώ |
Στιγμιαία υποτακτική (να-/θα- μορφή)
| εγώ | στραφώ |
| εσύ | στραφείς |
| αυτός / αυτή / αυτό | στραφεί |
| εμείς | στραφούμε |
| εσείς | στραφείτε |
| αυτοί / αυτές / αυτά | στραφούν |
Προστακτική εξακολουθητική
| εσείς | στρέφεστε |
Προστακτική στιγμιαία
| εσύ | στρέψου |
| εσείς | στραφείτε |
Απαρέμφατο αορίστου
| — | στραφεί |