HomeServicesBlogDictionariesContactSpanish Course
← στρέφω — definition

Conjugation of στρέφω

Regular CEFR B1
ˈstɾe.fo

γυρίζω κάποιον ή κάτι προς κάποια άλλη κατεύθυνση Ver definición completa →

Ενεργητική φωνή

Ενεστώτας
εγώ στρέφω
εσύ στρέφεις
αυτός / αυτή / αυτό στρέφει
εμείς στρέφουμε
εσείς στρέφετε
αυτοί / αυτές / αυτά στρέφουν
Παρατατικός
εγώ έστρεφα
εσύ έστρεφες
αυτός / αυτή / αυτό έστρεφε
εμείς στρέφαμε
εσείς στρέφατε
αυτοί / αυτές / αυτά έστρεφαν
Αόριστος
εγώ έστρεψα
εσύ έστρεψες
αυτός / αυτή / αυτό έστρεψε
εμείς στρέψαμε
εσείς στρέψατε
αυτοί / αυτές / αυτά έστρεψαν
Στιγμιαίος μέλλοντας
εγώ θα στρέψω
Στιγμιαία υποτακτική (να-/θα- μορφή)
εγώ στρέψω
εσύ στρέψεις
αυτός / αυτή / αυτό στρέψει
εμείς στρέψουμε
εσείς στρέψετε
αυτοί / αυτές / αυτά στρέψουν
Προστακτική εξακολουθητική
εσύ στρέφε
εσείς στρέφετε
Προστακτική στιγμιαία
εσύ στρέψε
εσείς στρέψτε
Απαρέμφατο αορίστου
στρέψει

Μεσοπαθητική φωνή

Ενεστώτας
εγώ στρέφομαι
εσύ στρέφεσαι
αυτός / αυτή / αυτό στρέφεται
εμείς στρεφόμαστε
εσείς στρέφεστε
αυτοί / αυτές / αυτά στρέφονται
Παρατατικός
εγώ στρεφόμουν
εσύ στρεφόσουν
αυτός / αυτή / αυτό στρεφόταν
εμείς στρεφόμασταν
εσείς στρεφόσασταν
αυτοί / αυτές / αυτά στρέφονταν
Αόριστος
εγώ στράφηκα
εσύ στράφηκες
αυτός / αυτή / αυτό στράφηκε
εμείς στραφήκαμε
εσείς στραφήκατε
αυτοί / αυτές / αυτά στράφηκαν
Στιγμιαίος μέλλοντας
εγώ θα στραφώ
Στιγμιαία υποτακτική (να-/θα- μορφή)
εγώ στραφώ
εσύ στραφείς
αυτός / αυτή / αυτό στραφεί
εμείς στραφούμε
εσείς στραφείτε
αυτοί / αυτές / αυτά στραφούν
Προστακτική εξακολουθητική
εσείς στρέφεστε
Προστακτική στιγμιαία
εσύ στρέψου
εσείς στραφείτε
Απαρέμφατο αορίστου
στραφεί

Practice this verb →

More conjugations

Explore the Ελληνικά dictionary

Look up any Greek word for definitions, equivalents in 94 languages, and more.

Open Dictionary