HomeServicesBlogDictionariesContactSpanish Course
← στοχεύω — definition

Conjugation of στοχεύω

Regular CEFR C2
stoˈçe.vo

σημαδεύω ένα στόχο, με σκοπό να κατευθύνω τη βολή του όπλου μου σε αυτόν Ver definición completa →

Ενεργητική φωνή

Ενεστώτας
εγώ στοχεύω
εσύ στοχεύεις
αυτός / αυτή / αυτό στοχεύει
εμείς στοχεύουμε
εσείς στοχεύετε
αυτοί / αυτές / αυτά στοχεύουν
Παρατατικός
εγώ στόχευα
εσύ στόχευες
αυτός / αυτή / αυτό στόχευε
εμείς στοχεύαμε
εσείς στοχεύατε
αυτοί / αυτές / αυτά στόχευαν
Αόριστος
εγώ στόχευσα
εσύ στόχευσες
αυτός / αυτή / αυτό στόχευσε
εμείς στοχεύσαμε
εσείς στοχεύσατε
αυτοί / αυτές / αυτά στόχευσαν
Στιγμιαίος μέλλοντας
εγώ θα στοχεύσω
Στιγμιαία υποτακτική (να-/θα- μορφή)
εγώ στοχεύσω
εσύ στοχεύσεις
αυτός / αυτή / αυτό στοχεύσει
εμείς στοχεύσουμε
εσείς στοχεύσετε
αυτοί / αυτές / αυτά στοχεύσουν
Προστακτική εξακολουθητική
εσύ στόχευε
εσείς στοχεύετε
Προστακτική στιγμιαία
εσύ στόχευσε
εσείς στοχεύστε
Απαρέμφατο αορίστου
στοχεύσει

Practice this verb →

More conjugations

Explore the Ελληνικά dictionary

Look up any Greek word for definitions, equivalents in 94 languages, and more.

Open Dictionary