HomeServicesBlogDictionariesContactSpanish Course
← στοχάζομαι — definition

Conjugation of στοχάζομαι

Regular CEFR B2
stoˈxa.zo.me

σκέφτομαι έντονα, βαθιά Ver definición completa →

Μεσοπαθητική φωνή

Ενεστώτας
εγώ στοχάζομαι
εσύ στοχάζεσαι
αυτός / αυτή / αυτό στοχάζεται
εμείς στοχαζόμαστε
εσείς στοχάζεστε
αυτοί / αυτές / αυτά στοχάζονται
Παρατατικός
εγώ στοχαζόμουν
εσύ στοχαζόσουν
αυτός / αυτή / αυτό στοχαζόταν
εμείς στοχαζόμασταν
εσείς στοχαζόσασταν
αυτοί / αυτές / αυτά στοχάζονταν
Αόριστος
εγώ στοχάστηκα
εσύ στοχάστηκες
αυτός / αυτή / αυτό στοχάστηκε
εμείς στοχαστήκαμε
εσείς στοχαστήκατε
αυτοί / αυτές / αυτά στοχάστηκαν
Στιγμιαίος μέλλοντας
εγώ θα στοχαστώ
Στιγμιαία υποτακτική (να-/θα- μορφή)
εγώ στοχαστώ
εσύ στοχαστείς
αυτός / αυτή / αυτό στοχαστεί
εμείς στοχαστούμε
εσείς στοχαστείτε
αυτοί / αυτές / αυτά στοχαστούν
Προστακτική εξακολουθητική
εσείς στοχάζεστε
Προστακτική στιγμιαία
εσύ στοχάσου
εσείς στοχαστείτε
Απαρέμφατο αορίστου
στοχαστεί

Practice this verb →

More conjugations

Explore the Ελληνικά dictionary

Look up any Greek word for definitions, equivalents in 94 languages, and more.

Open Dictionary