Conjugation of στολίζω
stoˈli.zoκάνω διακόσμηση, προσθέτω στολίδια ή κατάλληλα αντικείμενα ώστε να γίνει πιο όμορφο ένα πράγμα, ένα μέρος Ver definición completa →
Ενεργητική φωνή
Ενεστώτας
| εγώ | στολίζω |
| εσύ | στολίζεις |
| αυτός / αυτή / αυτό | στολίζει |
| εμείς | στολίζουμε |
| εσείς | στολίζετε |
| αυτοί / αυτές / αυτά | στολίζουν |
Παρατατικός
| εγώ | στόλιζα |
| εσύ | στόλιζες |
| αυτός / αυτή / αυτό | στόλιζε |
| εμείς | στολίζαμε |
| εσείς | στολίζατε |
| αυτοί / αυτές / αυτά | στόλιζαν |
Αόριστος
| εγώ | στόλισα |
| εσύ | στόλισες |
| αυτός / αυτή / αυτό | στόλισε |
| εμείς | στολίσαμε |
| εσείς | στολίσατε |
| αυτοί / αυτές / αυτά | στόλισαν |
Στιγμιαίος μέλλοντας
| εγώ | θα στολίσω |
Στιγμιαία υποτακτική (να-/θα- μορφή)
| εγώ | στολίσω |
| εσύ | στολίσεις |
| αυτός / αυτή / αυτό | στολίσει |
| εμείς | στολίσουμε |
| εσείς | στολίσετε |
| αυτοί / αυτές / αυτά | στολίσουν |
Προστακτική εξακολουθητική
| εσύ | στόλιζε |
| εσείς | στολίζετε |
Προστακτική στιγμιαία
| εσύ | στόλισε |
| εσείς | στολίστε |
Απαρέμφατο αορίστου
| — | στολίσει |
Μεσοπαθητική φωνή
Ενεστώτας
| εγώ | στολίζομαι |
| εσύ | στολίζεσαι |
| αυτός / αυτή / αυτό | στολίζεται |
| εμείς | στολιζόμαστε |
| εσείς | στολίζεστε |
| αυτοί / αυτές / αυτά | στολίζονται |
Παρατατικός
| εγώ | στολιζόμουν |
| εσύ | στολιζόσουν |
| αυτός / αυτή / αυτό | στολιζόταν |
| εμείς | στολιζόμασταν |
| εσείς | στολιζόσασταν |
| αυτοί / αυτές / αυτά | στολίζονταν |
Αόριστος
| εγώ | στολίστηκα |
| εσύ | στολίστηκες |
| αυτός / αυτή / αυτό | στολίστηκε |
| εμείς | στολιστήκαμε |
| εσείς | στολιστήκατε |
| αυτοί / αυτές / αυτά | στολίστηκαν |
Στιγμιαίος μέλλοντας
| εγώ | θα στολιστώ |
Στιγμιαία υποτακτική (να-/θα- μορφή)
| εγώ | στολιστώ |
| εσύ | στολιστείς |
| αυτός / αυτή / αυτό | στολιστεί |
| εμείς | στολιστούμε |
| εσείς | στολιστείτε |
| αυτοί / αυτές / αυτά | στολιστούν |
Προστακτική εξακολουθητική
| εσείς | στολίζεστε |
Προστακτική στιγμιαία
| εσύ | στολίσου |
| εσείς | στολιστείτε |
Απαρέμφατο αορίστου
| — | στολιστεί |