HomeServicesBlogDictionariesContactSpanish Course
← στολίζω — definition

Conjugation of στολίζω

Regular CEFR B1
stoˈli.zo

κάνω διακόσμηση, προσθέτω στολίδια ή κατάλληλα αντικείμενα ώστε να γίνει πιο όμορφο ένα πράγμα, ένα μέρος Ver definición completa →

Ενεργητική φωνή

Ενεστώτας
εγώ στολίζω
εσύ στολίζεις
αυτός / αυτή / αυτό στολίζει
εμείς στολίζουμε
εσείς στολίζετε
αυτοί / αυτές / αυτά στολίζουν
Παρατατικός
εγώ στόλιζα
εσύ στόλιζες
αυτός / αυτή / αυτό στόλιζε
εμείς στολίζαμε
εσείς στολίζατε
αυτοί / αυτές / αυτά στόλιζαν
Αόριστος
εγώ στόλισα
εσύ στόλισες
αυτός / αυτή / αυτό στόλισε
εμείς στολίσαμε
εσείς στολίσατε
αυτοί / αυτές / αυτά στόλισαν
Στιγμιαίος μέλλοντας
εγώ θα στολίσω
Στιγμιαία υποτακτική (να-/θα- μορφή)
εγώ στολίσω
εσύ στολίσεις
αυτός / αυτή / αυτό στολίσει
εμείς στολίσουμε
εσείς στολίσετε
αυτοί / αυτές / αυτά στολίσουν
Προστακτική εξακολουθητική
εσύ στόλιζε
εσείς στολίζετε
Προστακτική στιγμιαία
εσύ στόλισε
εσείς στολίστε
Απαρέμφατο αορίστου
στολίσει

Μεσοπαθητική φωνή

Ενεστώτας
εγώ στολίζομαι
εσύ στολίζεσαι
αυτός / αυτή / αυτό στολίζεται
εμείς στολιζόμαστε
εσείς στολίζεστε
αυτοί / αυτές / αυτά στολίζονται
Παρατατικός
εγώ στολιζόμουν
εσύ στολιζόσουν
αυτός / αυτή / αυτό στολιζόταν
εμείς στολιζόμασταν
εσείς στολιζόσασταν
αυτοί / αυτές / αυτά στολίζονταν
Αόριστος
εγώ στολίστηκα
εσύ στολίστηκες
αυτός / αυτή / αυτό στολίστηκε
εμείς στολιστήκαμε
εσείς στολιστήκατε
αυτοί / αυτές / αυτά στολίστηκαν
Στιγμιαίος μέλλοντας
εγώ θα στολιστώ
Στιγμιαία υποτακτική (να-/θα- μορφή)
εγώ στολιστώ
εσύ στολιστείς
αυτός / αυτή / αυτό στολιστεί
εμείς στολιστούμε
εσείς στολιστείτε
αυτοί / αυτές / αυτά στολιστούν
Προστακτική εξακολουθητική
εσείς στολίζεστε
Προστακτική στιγμιαία
εσύ στολίσου
εσείς στολιστείτε
Απαρέμφατο αορίστου
στολιστεί

Practice this verb →

More conjugations

Explore the Ελληνικά dictionary

Look up any Greek word for definitions, equivalents in 94 languages, and more.

Open Dictionary