Conjugation of στοιβάζω
stiˈva.zoσυγκεντρώνω πολλά πράγματα ή ανθρώπους σε περιορισμένο χώρο Ver definición completa →
Ενεργητική φωνή
Ενεστώτας
| εγώ | στοιβάζω |
| εσύ | στοιβάζεις |
| αυτός / αυτή / αυτό | στοιβάζει |
| εμείς | στοιβάζουμε |
| εσείς | στοιβάζετε |
| αυτοί / αυτές / αυτά | στοιβάζουν |
Παρατατικός
| εγώ | στοίβαζα |
| εσύ | στοίβαζες |
| αυτός / αυτή / αυτό | στοίβαζε |
| εμείς | στοιβάζαμε |
| εσείς | στοιβάζατε |
| αυτοί / αυτές / αυτά | στοίβαζαν |
Αόριστος
| εγώ | στοίβαξα |
| εσύ | στοίβαξες |
| αυτός / αυτή / αυτό | στοίβαξε |
| εμείς | στοιβάξαμε |
| εσείς | στοιβάξατε |
| αυτοί / αυτές / αυτά | στοίβαξαν |
Στιγμιαίος μέλλοντας
| εγώ | θα στοιβάξω |
Στιγμιαία υποτακτική (να-/θα- μορφή)
| εγώ | στοιβάξω |
| εσύ | στοιβάξεις |
| αυτός / αυτή / αυτό | στοιβάξει |
| εμείς | στοιβάξουμε |
| εσείς | στοιβάξετε |
| αυτοί / αυτές / αυτά | στοιβάξουν |
Προστακτική εξακολουθητική
| εσύ | στοίβαζε |
| εσείς | στοιβάζετε |
Προστακτική στιγμιαία
| εσύ | στοίβαξε |
| εσείς | στοιβάξτε |
Απαρέμφατο αορίστου
| — | στοιβάξει |
Μεσοπαθητική φωνή
Ενεστώτας
| εγώ | στοιβάζομαι |
| εσύ | στοιβάζεσαι |
| αυτός / αυτή / αυτό | στοιβάζεται |
| εμείς | στοιβαζόμαστε |
| εσείς | στοιβάζεστε |
| αυτοί / αυτές / αυτά | στοιβάζονται |
Παρατατικός
| εγώ | στοιβαζόμουν |
| εσύ | στοιβαζόσουν |
| αυτός / αυτή / αυτό | στοιβαζόταν |
| εμείς | στοιβαζόμασταν |
| εσείς | στοιβαζόσασταν |
| αυτοί / αυτές / αυτά | στοιβάζονταν |
Αόριστος
| εγώ | στοιβάχτηκα |
| εσύ | στοιβάχτηκες |
| αυτός / αυτή / αυτό | στοιβάχτηκε |
| εμείς | στοιβαχτήκαμε |
| εσείς | στοιβαχτήκατε |
| αυτοί / αυτές / αυτά | στοιβάχτηκαν |
Στιγμιαίος μέλλοντας
| εγώ | θα στοιβαχτώ |
Στιγμιαία υποτακτική (να-/θα- μορφή)
| εγώ | στοιβαχτώ |
| εσύ | στοιβαχτείς |
| αυτός / αυτή / αυτό | στοιβαχτεί |
| εμείς | στοιβαχτούμε |
| εσείς | στοιβαχτείτε |
| αυτοί / αυτές / αυτά | στοιβαχτούν |
Προστακτική εξακολουθητική
| εσείς | στοιβάζεστε |
Προστακτική στιγμιαία
| εσύ | στοιβάξου |
| εσείς | στοιβαχτείτε |
Απαρέμφατο αορίστου
| — | στοιβαχτεί |