HomeServicesBlogDictionariesContactSpanish Course
← στοιβάζω — definition

Conjugation of στοιβάζω

Regular CEFR B2
stiˈva.zo

συγκεντρώνω πολλά πράγματα ή ανθρώπους σε περιορισμένο χώρο Ver definición completa →

Ενεργητική φωνή

Ενεστώτας
εγώ στοιβάζω
εσύ στοιβάζεις
αυτός / αυτή / αυτό στοιβάζει
εμείς στοιβάζουμε
εσείς στοιβάζετε
αυτοί / αυτές / αυτά στοιβάζουν
Παρατατικός
εγώ στοίβαζα
εσύ στοίβαζες
αυτός / αυτή / αυτό στοίβαζε
εμείς στοιβάζαμε
εσείς στοιβάζατε
αυτοί / αυτές / αυτά στοίβαζαν
Αόριστος
εγώ στοίβαξα
εσύ στοίβαξες
αυτός / αυτή / αυτό στοίβαξε
εμείς στοιβάξαμε
εσείς στοιβάξατε
αυτοί / αυτές / αυτά στοίβαξαν
Στιγμιαίος μέλλοντας
εγώ θα στοιβάξω
Στιγμιαία υποτακτική (να-/θα- μορφή)
εγώ στοιβάξω
εσύ στοιβάξεις
αυτός / αυτή / αυτό στοιβάξει
εμείς στοιβάξουμε
εσείς στοιβάξετε
αυτοί / αυτές / αυτά στοιβάξουν
Προστακτική εξακολουθητική
εσύ στοίβαζε
εσείς στοιβάζετε
Προστακτική στιγμιαία
εσύ στοίβαξε
εσείς στοιβάξτε
Απαρέμφατο αορίστου
στοιβάξει

Μεσοπαθητική φωνή

Ενεστώτας
εγώ στοιβάζομαι
εσύ στοιβάζεσαι
αυτός / αυτή / αυτό στοιβάζεται
εμείς στοιβαζόμαστε
εσείς στοιβάζεστε
αυτοί / αυτές / αυτά στοιβάζονται
Παρατατικός
εγώ στοιβαζόμουν
εσύ στοιβαζόσουν
αυτός / αυτή / αυτό στοιβαζόταν
εμείς στοιβαζόμασταν
εσείς στοιβαζόσασταν
αυτοί / αυτές / αυτά στοιβάζονταν
Αόριστος
εγώ στοιβάχτηκα
εσύ στοιβάχτηκες
αυτός / αυτή / αυτό στοιβάχτηκε
εμείς στοιβαχτήκαμε
εσείς στοιβαχτήκατε
αυτοί / αυτές / αυτά στοιβάχτηκαν
Στιγμιαίος μέλλοντας
εγώ θα στοιβαχτώ
Στιγμιαία υποτακτική (να-/θα- μορφή)
εγώ στοιβαχτώ
εσύ στοιβαχτείς
αυτός / αυτή / αυτό στοιβαχτεί
εμείς στοιβαχτούμε
εσείς στοιβαχτείτε
αυτοί / αυτές / αυτά στοιβαχτούν
Προστακτική εξακολουθητική
εσείς στοιβάζεστε
Προστακτική στιγμιαία
εσύ στοιβάξου
εσείς στοιβαχτείτε
Απαρέμφατο αορίστου
στοιβαχτεί

Practice this verb →

More conjugations

Explore the Ελληνικά dictionary

Look up any Greek word for definitions, equivalents in 94 languages, and more.

Open Dictionary