Conjugation of στηρίζω
stiˈɾi.zoμε διάφορα μέσα και τρόπους στερεώνω κάτι και το κρατώ όρθιο (και ακίνητο) Ver definición completa →
Ενεργητική φωνή
Ενεστώτας
| εγώ | στηρίζω |
| εσύ | στηρίζεις |
| αυτός / αυτή / αυτό | στηρίζει |
| εμείς | στηρίζουμε |
| εσείς | στηρίζετε |
| αυτοί / αυτές / αυτά | στηρίζουν |
Παρατατικός
| εγώ | στήριζα |
| εσύ | στήριζες |
| αυτός / αυτή / αυτό | στήριζε |
| εμείς | στηρίζαμε |
| εσείς | στηρίζατε |
| αυτοί / αυτές / αυτά | στήριζαν |
Αόριστος
| εγώ | στήριξα |
| εσύ | στήριξες |
| αυτός / αυτή / αυτό | στήριξε |
| εμείς | στηρίξαμε |
| εσείς | στηρίξατε |
| αυτοί / αυτές / αυτά | στήριξαν |
Στιγμιαίος μέλλοντας
| εγώ | θα στηρίξω |
Στιγμιαία υποτακτική (να-/θα- μορφή)
| εγώ | στηρίξω |
| εσύ | στηρίξεις |
| αυτός / αυτή / αυτό | στηρίξει |
| εμείς | στηρίξουμε |
| εσείς | στηρίξετε |
| αυτοί / αυτές / αυτά | στηρίξουν |
Προστακτική εξακολουθητική
| εσύ | στήριζε |
| εσείς | στηρίζετε |
Προστακτική στιγμιαία
| εσύ | στήριξε |
| εσείς | στηρίξτε |
Απαρέμφατο αορίστου
| — | στηρίξει |
Μεσοπαθητική φωνή
Ενεστώτας
| εγώ | στηρίζομαι |
| εσύ | στηρίζεσαι |
| αυτός / αυτή / αυτό | στηρίζεται |
| εμείς | στηριζόμαστε |
| εσείς | στηρίζεστε |
| αυτοί / αυτές / αυτά | στηρίζονται |
Παρατατικός
| εγώ | στηριζόμουν |
| εσύ | στηριζόσουν |
| αυτός / αυτή / αυτό | στηριζόταν |
| εμείς | στηριζόμασταν |
| εσείς | στηριζόσασταν |
| αυτοί / αυτές / αυτά | στηρίζονταν |
Αόριστος
| εγώ | στηρίχτηκα |
| εσύ | στηρίχτηκες |
| αυτός / αυτή / αυτό | στηρίχτηκε |
| εμείς | στηριχτήκαμε |
| εσείς | στηριχτήκατε |
| αυτοί / αυτές / αυτά | στηρίχτηκαν |
Στιγμιαίος μέλλοντας
| εγώ | θα στηριχτώ |
Στιγμιαία υποτακτική (να-/θα- μορφή)
| εγώ | στηριχτώ |
| εσύ | στηριχτείς |
| αυτός / αυτή / αυτό | στηριχτεί |
| εμείς | στηριχτούμε |
| εσείς | στηριχτείτε |
| αυτοί / αυτές / αυτά | στηριχτούν |
Προστακτική εξακολουθητική
| εσείς | στηρίζεστε |
Προστακτική στιγμιαία
| εσύ | στηρίξου |
| εσείς | στηριχτείτε |
Απαρέμφατο αορίστου
| — | στηριχτεί |