HomeServicesBlogDictionariesContactSpanish Course
← στηρίζω — definition

Conjugation of στηρίζω

Regular CEFR C2
stiˈɾi.zo

με διάφορα μέσα και τρόπους στερεώνω κάτι και το κρατώ όρθιο (και ακίνητο) Ver definición completa →

Ενεργητική φωνή

Ενεστώτας
εγώ στηρίζω
εσύ στηρίζεις
αυτός / αυτή / αυτό στηρίζει
εμείς στηρίζουμε
εσείς στηρίζετε
αυτοί / αυτές / αυτά στηρίζουν
Παρατατικός
εγώ στήριζα
εσύ στήριζες
αυτός / αυτή / αυτό στήριζε
εμείς στηρίζαμε
εσείς στηρίζατε
αυτοί / αυτές / αυτά στήριζαν
Αόριστος
εγώ στήριξα
εσύ στήριξες
αυτός / αυτή / αυτό στήριξε
εμείς στηρίξαμε
εσείς στηρίξατε
αυτοί / αυτές / αυτά στήριξαν
Στιγμιαίος μέλλοντας
εγώ θα στηρίξω
Στιγμιαία υποτακτική (να-/θα- μορφή)
εγώ στηρίξω
εσύ στηρίξεις
αυτός / αυτή / αυτό στηρίξει
εμείς στηρίξουμε
εσείς στηρίξετε
αυτοί / αυτές / αυτά στηρίξουν
Προστακτική εξακολουθητική
εσύ στήριζε
εσείς στηρίζετε
Προστακτική στιγμιαία
εσύ στήριξε
εσείς στηρίξτε
Απαρέμφατο αορίστου
στηρίξει

Μεσοπαθητική φωνή

Ενεστώτας
εγώ στηρίζομαι
εσύ στηρίζεσαι
αυτός / αυτή / αυτό στηρίζεται
εμείς στηριζόμαστε
εσείς στηρίζεστε
αυτοί / αυτές / αυτά στηρίζονται
Παρατατικός
εγώ στηριζόμουν
εσύ στηριζόσουν
αυτός / αυτή / αυτό στηριζόταν
εμείς στηριζόμασταν
εσείς στηριζόσασταν
αυτοί / αυτές / αυτά στηρίζονταν
Αόριστος
εγώ στηρίχτηκα
εσύ στηρίχτηκες
αυτός / αυτή / αυτό στηρίχτηκε
εμείς στηριχτήκαμε
εσείς στηριχτήκατε
αυτοί / αυτές / αυτά στηρίχτηκαν
Στιγμιαίος μέλλοντας
εγώ θα στηριχτώ
Στιγμιαία υποτακτική (να-/θα- μορφή)
εγώ στηριχτώ
εσύ στηριχτείς
αυτός / αυτή / αυτό στηριχτεί
εμείς στηριχτούμε
εσείς στηριχτείτε
αυτοί / αυτές / αυτά στηριχτούν
Προστακτική εξακολουθητική
εσείς στηρίζεστε
Προστακτική στιγμιαία
εσύ στηρίξου
εσείς στηριχτείτε
Απαρέμφατο αορίστου
στηριχτεί

Practice this verb →

More conjugations

Explore the Ελληνικά dictionary

Look up any Greek word for definitions, equivalents in 94 languages, and more.

Open Dictionary