Conjugation of στενοχωρώ
ste.no.xoˈroπροκαλώ σε κάποιον στενοχώρια, θλίψη, λύπη κ.λπ. (ή και ενόχληση, δυσαρέσκεια κ.ά.) Ver definición completa →
Ενεργητική φωνή
Ενεστώτας
| εγώ | στενοχωρώ (στεναχωρώ →) |
| εσύ | στενοχωρείς |
| αυτός / αυτή / αυτό | στενοχωρεί |
| εμείς | στενοχωρούμε |
| εσείς | στενοχωρείτε |
| αυτοί / αυτές / αυτά | στενοχωρούν |
Παρατατικός
| εγώ | στενοχωρούσα |
| εσύ | στενοχωρούσες |
| αυτός / αυτή / αυτό | στενοχωρούσε |
| εμείς | στενοχωρούσαμε |
| εσείς | στενοχωρούσατε |
| αυτοί / αυτές / αυτά | στενοχωρούσαν |
Αόριστος
| εγώ | στενοχώρησα |
| εσύ | στενοχώρησες |
| αυτός / αυτή / αυτό | στενοχώρησε |
| εμείς | στενοχωρήσαμε |
| εσείς | στενοχωρήσατε |
| αυτοί / αυτές / αυτά | στενοχώρησαν |
Στιγμιαίος μέλλοντας
| εγώ | θα στενοχωρήσω |
Στιγμιαία υποτακτική (να-/θα- μορφή)
| εγώ | στενοχωρήσω |
| εσύ | στενοχωρήσεις |
| αυτός / αυτή / αυτό | στενοχωρήσει |
| εμείς | στενοχωρήσουμε |
| εσείς | στενοχωρήσετε |
| αυτοί / αυτές / αυτά | στενοχωρήσουν |
Προστακτική εξακολουθητική
| εσείς | στενοχωρείτε |
Προστακτική στιγμιαία
| εσύ | στενοχώρησε |
| εσείς | στενοχωρήστε |
Απαρέμφατο αορίστου
| — | στενοχωρήσει |
Μεσοπαθητική φωνή
Ενεστώτας
| εγώ | στενοχωρούμαι - στενοχωριέμαι |
| εσύ | στενοχωρείσαι - στενοχωριέσαι |
| αυτός / αυτή / αυτό | στενοχωρείται - στενοχωριέται |
| εμείς | στενοχωρούμαστε - στενοχωριόμαστε |
| εσείς | στενοχωρείστε |
| αυτοί / αυτές / αυτά | στενοχωρούνται - στενοχωριέστε |
Παρατατικός
| εγώ | [στενοχωρούμουν] - στενοχωριόμουν |
| εσύ | [στενοχωρούσουν] - στενοχωριόσουν |
| αυτός / αυτή / αυτό | στενοχωρούνταν |
| εμείς | στενοχωρούμασταν |
| εσείς | [στενοχωρούσασταν, (‑ούσαστε)] - στενοχωριόσασταν |
| αυτοί / αυτές / αυτά | στενοχωρούνταν |
Αόριστος
| εγώ | στενοχωρήθηκα |
| εσύ | στενοχωρήθηκες |
| αυτός / αυτή / αυτό | στενοχωρήθηκε |
| εμείς | στενοχωρηθήκαμε |
| εσείς | στενοχωρηθήκατε |
| αυτοί / αυτές / αυτά | στενοχωρήθηκαν |
Στιγμιαίος μέλλοντας
| εγώ | θα στενοχωρηθώ |
Στιγμιαία υποτακτική (να-/θα- μορφή)
| εγώ | στενοχωρηθώ |
| εσύ | στενοχωρηθείς |
| αυτός / αυτή / αυτό | στενοχωρηθεί |
| εμείς | στενοχωρηθούμε |
| εσείς | στενοχωρηθείτε |
| αυτοί / αυτές / αυτά | στενοχωρηθούν |
Προστακτική εξακολουθητική
| εσείς | στενοχωρείστε |
Προστακτική στιγμιαία
| εσύ | στενοχωρήσου |
| εσείς | στενοχωρηθείτε |
Απαρέμφατο αορίστου
| — | στενοχωρηθεί |