HomeServicesBlogDictionariesContactSpanish Course
← στενοχωρώ — definition

Conjugation of στενοχωρώ

Regular CEFR B2
ste.no.xoˈro

προκαλώ σε κάποιον στενοχώρια, θλίψη, λύπη κ.λπ. (ή και ενόχληση, δυσαρέσκεια κ.ά.) Ver definición completa →

Ενεργητική φωνή

Ενεστώτας
εγώ στενοχωρώ (στεναχωρώ →)
εσύ στενοχωρείς
αυτός / αυτή / αυτό στενοχωρεί
εμείς στενοχωρούμε
εσείς στενοχωρείτε
αυτοί / αυτές / αυτά στενοχωρούν
Παρατατικός
εγώ στενοχωρούσα
εσύ στενοχωρούσες
αυτός / αυτή / αυτό στενοχωρούσε
εμείς στενοχωρούσαμε
εσείς στενοχωρούσατε
αυτοί / αυτές / αυτά στενοχωρούσαν
Αόριστος
εγώ στενοχώρησα
εσύ στενοχώρησες
αυτός / αυτή / αυτό στενοχώρησε
εμείς στενοχωρήσαμε
εσείς στενοχωρήσατε
αυτοί / αυτές / αυτά στενοχώρησαν
Στιγμιαίος μέλλοντας
εγώ θα στενοχωρήσω
Στιγμιαία υποτακτική (να-/θα- μορφή)
εγώ στενοχωρήσω
εσύ στενοχωρήσεις
αυτός / αυτή / αυτό στενοχωρήσει
εμείς στενοχωρήσουμε
εσείς στενοχωρήσετε
αυτοί / αυτές / αυτά στενοχωρήσουν
Προστακτική εξακολουθητική
εσείς στενοχωρείτε
Προστακτική στιγμιαία
εσύ στενοχώρησε
εσείς στενοχωρήστε
Απαρέμφατο αορίστου
στενοχωρήσει

Μεσοπαθητική φωνή

Ενεστώτας
εγώ στενοχωρούμαι - στενοχωριέμαι
εσύ στενοχωρείσαι - στενοχωριέσαι
αυτός / αυτή / αυτό στενοχωρείται - στενοχωριέται
εμείς στενοχωρούμαστε - στενοχωριόμαστε
εσείς στενοχωρείστε
αυτοί / αυτές / αυτά στενοχωρούνται - στενοχωριέστε
Παρατατικός
εγώ [στενοχωρούμουν] - στενοχωριόμουν
εσύ [στενοχωρούσουν] - στενοχωριόσουν
αυτός / αυτή / αυτό στενοχωρούνταν
εμείς στενοχωρούμασταν
εσείς [στενοχωρούσασταν, (‑ούσαστε)] - στενοχωριόσασταν
αυτοί / αυτές / αυτά στενοχωρούνταν
Αόριστος
εγώ στενοχωρήθηκα
εσύ στενοχωρήθηκες
αυτός / αυτή / αυτό στενοχωρήθηκε
εμείς στενοχωρηθήκαμε
εσείς στενοχωρηθήκατε
αυτοί / αυτές / αυτά στενοχωρήθηκαν
Στιγμιαίος μέλλοντας
εγώ θα στενοχωρηθώ
Στιγμιαία υποτακτική (να-/θα- μορφή)
εγώ στενοχωρηθώ
εσύ στενοχωρηθείς
αυτός / αυτή / αυτό στενοχωρηθεί
εμείς στενοχωρηθούμε
εσείς στενοχωρηθείτε
αυτοί / αυτές / αυτά στενοχωρηθούν
Προστακτική εξακολουθητική
εσείς στενοχωρείστε
Προστακτική στιγμιαία
εσύ στενοχωρήσου
εσείς στενοχωρηθείτε
Απαρέμφατο αορίστου
στενοχωρηθεί

Practice this verb →

More conjugations

Explore the Ελληνικά dictionary

Look up any Greek word for definitions, equivalents in 94 languages, and more.

Open Dictionary