HomeServicesBlogDictionariesContactSpanish Course
← στειρώνω — definition

Conjugation of στειρώνω

Regular CEFR B2
stiˈɾo.no

κάνω κάτι στείρο, του αφαιρώ τη δυνατότητα αναπαραγωγής με χειρουργικό, χημικό ή άλλον τρόπο Ver definición completa →

Ενεργητική φωνή

Ενεστώτας
εγώ στειρώνω
εσύ στειρώνεις
αυτός / αυτή / αυτό στειρώνει
εμείς στειρώνουμε
εσείς στειρώνετε
αυτοί / αυτές / αυτά στειρώνουν
Παρατατικός
εγώ στείρωνα
εσύ στείρωνες
αυτός / αυτή / αυτό στείρωνε
εμείς στειρώναμε
εσείς στειρώνατε
αυτοί / αυτές / αυτά στείρωναν
Αόριστος
εγώ στείρωσα
εσύ στείρωσες
αυτός / αυτή / αυτό στείρωσε
εμείς στειρώσαμε
εσείς στειρώσατε
αυτοί / αυτές / αυτά στείρωσαν
Στιγμιαίος μέλλοντας
εγώ θα στειρώσω
Στιγμιαία υποτακτική (να-/θα- μορφή)
εγώ στειρώσω
εσύ στειρώσεις
αυτός / αυτή / αυτό στειρώσει
εμείς στειρώσουμε
εσείς στειρώσετε
αυτοί / αυτές / αυτά στειρώσουν
Προστακτική εξακολουθητική
εσύ στείρωνε
εσείς στειρώνετε
Προστακτική στιγμιαία
εσύ στείρωσε
εσείς στειρώστε
Απαρέμφατο αορίστου
στειρώσει

Μεσοπαθητική φωνή

Ενεστώτας
εγώ στειρώνομαι
εσύ στειρώνεσαι
αυτός / αυτή / αυτό στειρώνεται
εμείς στειρωνόμαστε
εσείς στειρώνεστε
αυτοί / αυτές / αυτά στειρώνονται
Παρατατικός
εγώ στειρωνόμουν
εσύ στειρωνόσουν
αυτός / αυτή / αυτό στειρωνόταν
εμείς στειρωνόμασταν
εσείς στειρωνόσασταν
αυτοί / αυτές / αυτά στειρώνονταν
Αόριστος
εγώ στειρώθηκα
εσύ στειρώθηκες
αυτός / αυτή / αυτό στειρώθηκε
εμείς στειρωθήκαμε
εσείς στειρωθήκατε
αυτοί / αυτές / αυτά στειρώθηκαν
Στιγμιαίος μέλλοντας
εγώ θα στειρωθώ
Στιγμιαία υποτακτική (να-/θα- μορφή)
εγώ στειρωθώ
εσύ στειρωθείς
αυτός / αυτή / αυτό στειρωθεί
εμείς στειρωθούμε
εσείς στειρωθείτε
αυτοί / αυτές / αυτά στειρωθούν
Προστακτική εξακολουθητική
εσείς στειρώνεστε
Προστακτική στιγμιαία
εσύ στειρώσου
εσείς στειρωθείτε
Απαρέμφατο αορίστου
στειρωθεί

Practice in context

Fill in the verb in real sentences — correct answers count toward the table above.

Practice this verb →

More conjugations

Explore the Ελληνικά dictionary

Look up any Greek word for definitions, equivalents in 94 languages, and more.

Open Dictionary