HomeServicesBlogDictionariesContactSpanish Course
← στεγάζω — definition

Conjugation of στεγάζω

Regular CEFR B1
steˈɣa.zo

παρέχω χώρο και δυνατότητες να δραστηριοποιηθεί κάποιος Ver definición completa →

Ενεργητική φωνή

Ενεστώτας
εγώ στεγάζω
εσύ στεγάζεις
αυτός / αυτή / αυτό στεγάζει
εμείς στεγάζουμε
εσείς στεγάζετε
αυτοί / αυτές / αυτά στεγάζουν
Παρατατικός
εγώ στέγαζα
εσύ στέγαζες
αυτός / αυτή / αυτό στέγαζε
εμείς στεγάζαμε
εσείς στεγάζατε
αυτοί / αυτές / αυτά στέγαζαν
Αόριστος
εγώ στέγασα
εσύ στέγασες
αυτός / αυτή / αυτό στέγασε
εμείς στεγάσαμε
εσείς στεγάσατε
αυτοί / αυτές / αυτά στέγασαν
Στιγμιαίος μέλλοντας
εγώ θα στεγάσω
Στιγμιαία υποτακτική (να-/θα- μορφή)
εγώ στεγάσω
εσύ στεγάσεις
αυτός / αυτή / αυτό στεγάσει
εμείς στεγάσουμε
εσείς στεγάσετε
αυτοί / αυτές / αυτά στεγάσουν
Προστακτική εξακολουθητική
εσύ στέγαζε
εσείς στεγάζετε
Προστακτική στιγμιαία
εσύ στέγασε
εσείς στεγάστε
Απαρέμφατο αορίστου
στεγάσει

Μεσοπαθητική φωνή

Ενεστώτας
εγώ στεγάζομαι
εσύ στεγάζεσαι
αυτός / αυτή / αυτό στεγάζεται
εμείς στεγαζόμαστε
εσείς στεγάζεστε
αυτοί / αυτές / αυτά στεγάζονται
Παρατατικός
εγώ στεγαζόμουν
εσύ στεγαζόσουν
αυτός / αυτή / αυτό στεγαζόταν
εμείς στεγαζόμασταν
εσείς στεγαζόσασταν
αυτοί / αυτές / αυτά στεγάζονταν
Αόριστος
εγώ στεγάστηκα
εσύ στεγάστηκες
αυτός / αυτή / αυτό στεγάστηκε
εμείς στεγαστήκαμε
εσείς στεγαστήκατε
αυτοί / αυτές / αυτά στεγάστηκαν
Στιγμιαίος μέλλοντας
εγώ θα στεγαστώ
Στιγμιαία υποτακτική (να-/θα- μορφή)
εγώ στεγαστώ
εσύ στεγαστείς
αυτός / αυτή / αυτό στεγαστεί
εμείς στεγαστούμε
εσείς στεγαστείτε
αυτοί / αυτές / αυτά στεγαστούν
Προστακτική εξακολουθητική
εσείς στεγάζεστε
Προστακτική στιγμιαία
εσύ στεγάσου
εσείς στεγαστείτε
Απαρέμφατο αορίστου
στεγαστεί

Practice this verb →

More conjugations

Explore the Ελληνικά dictionary

Look up any Greek word for definitions, equivalents in 94 languages, and more.

Open Dictionary