HomeServicesBlogDictionariesContactSpanish Course
← σταματάω — definition

Conjugation of σταματάω

Regular CEFR C2
sta.maˈta.o

διακόπτω μια ενέργεια ενός άλλου ανθρώπου ή πράγματος Ver definición completa →

Ενεργητική φωνή

Ενεστώτας
εγώ σταματάω
εσύ σταματάς
αυτός / αυτή / αυτό σταματάει
εμείς σταματάμε
εσείς σταματάτε
αυτοί / αυτές / αυτά σταματάνε
Παρατατικός
εγώ σταματούσα
εσύ σταματούσες
αυτός / αυτή / αυτό σταματούσε
εμείς σταματούσαμε
εσείς σταματούσατε
αυτοί / αυτές / αυτά σταματούσαν
Αόριστος
εγώ σταμάτησα
εσύ σταμάτησες
αυτός / αυτή / αυτό σταμάτησε
εμείς σταματήσαμε
εσείς σταματήσατε
αυτοί / αυτές / αυτά σταμάτησαν
Στιγμιαίος μέλλοντας
εγώ θα σταματήσω
Στιγμιαία υποτακτική (να-/θα- μορφή)
εγώ σταματήσω
εσύ σταματήσεις
αυτός / αυτή / αυτό σταματήσει
εμείς σταματήσουμε
εσείς σταματήσετε
αυτοί / αυτές / αυτά σταματήσουν
Προστακτική εξακολουθητική
εσύ σταμάτα
εσείς σταματάτε
Προστακτική στιγμιαία
εσύ σταμάτησε
εσείς σταματήστε
Απαρέμφατο αορίστου
σταματήσει

Μεσοπαθητική φωνή

Ενεστώτας
εγώ σταματιέμαι
εσύ σταματιέσαι
αυτός / αυτή / αυτό σταματιέται
εμείς σταματιόμαστε
εσείς σταματιέστε
αυτοί / αυτές / αυτά σταματιούνται
Παρατατικός
εγώ σταματιόμουν
εσύ σταματιόσουν
αυτός / αυτή / αυτό σταματιόταν
εμείς σταματιόμασταν
εσείς σταματιόσασταν
αυτοί / αυτές / αυτά σταματιόνταν
Προστακτική εξακολουθητική
εσείς σταματιέστε

Practice this verb →

More conjugations

Explore the Ελληνικά dictionary

Look up any Greek word for definitions, equivalents in 94 languages, and more.

Open Dictionary